27.11.09

Το νέο πάθος



Έρχεται σαν το ξαφνικό άνεμο
του καλοκαιριού∙ όμως δεν δροσίζει
μόνο φουσκώνει τα καυτά κύματα του νου.
Το σώμα ακολουθεί
σαν τρελαμένος σαλτιμπάγκος∙
χειρονομεί αφύσικα
για να πείσει το κοινό πως θριαμβεύει.
«Τι είναι; Τι σου λείπει;»
ρωτάω τα διάφορα μέρη του προσώπου
με την ειρωνεία που παράγει
η πίκρα της πείρας,
η πίκρα της απεριόριστης απώλειας.
Απαντώ: Κοιτώ τη θάλασσα
κι όλο μου αφαιρείται η έννοιά της
αφού όλα τα γαλάζια ξεχάστηκαν
κι εγώ λησμόνησα τα μπλε…
Ζητώ εξηγήσεις από την πλάση
μα με στέλνουν αλλού
σε άλλη υπηρεσία συναλλαγών∙
καμιά σχέση με το μέλλον,
Λέω: Θα ΄μια γλυκιά
θ΄ αποδείξω πόσο μακάρια είναι η καλοσύνη
πόσο μακρόβια η γενναιοδωρία…
Μου απαντάει μια φωνή στεγνή
αποθηκευμένη στο αμπάρι της στέρησης:
«Τι θες; Σου ζήτησε κανείς τίποτα;»

Και τότε έρχεται
-όπως παλιά η επιθυμία ερχόταν-
ένας αέρας, ένα κρύο κύμα
ένα μαύρο φως, ένα τυφλό πάθος
χωρίς μάτι΄ αστραφτερά στο τέλος του σπασμού
μ΄ ένα αγκίστρι μπηγμένο στο στομάχι
που ματώνει όλο και πιο βαθιά
μεταλλάζει τις θρεφτικές ουσίες
ασχημίζει τα ιερά πρόσωπα
του γάμου, της φιλίας,
ενώ σε κάποια κρυφή αυλή της ύπαρξης
μαζεύονται τα σκουπίδια γέλια
τα σκασμένα λάστιχα της κίνησης.
Έρχεται, ανεβαίνει, δεν επιβαίνει
γιατί είναι ανάπηρος, πεζός
δεν επιβάλλεται σαν επιθυμία
γιατί δεν υπάρχει επί
είναι μόνο θυμός…
ή μήπως ο Θεός που ΄χει κακοφορμήσει;