26.12.13
Το κτήνος
9.1.11
The door of the Doors
που ανοίγουν την πόρτα
να σκορπίσει το παρελθόν σαν φύλλο
στον άνεμο της μίας μοναδικής αγάπης.
Επειδή έγραψες γι΄ αυτά:
Όλα των Doors είναι για σένα, με αυτά μεγάλωσα, με αυτά αγάπησα, με αυτά πόνεσα, με αυτά αλήτεψα, με αυτά αγαπάω και τώρα. Είναι τα αγαπημένα μου από τους Doors. Για σένα. Σ΄ ευχαριστώ για όλα γιατί μόνο εσύ με γύρισες πίσω πολλά χρόνια και τα θαμμένα αισθήματά μου λύτρωσα και πάλι χάρη σε σένα.
Σου χάρισα αγάπη που δεν γνώριζα ότι κατείχα.
Στην πρόσφερα με χίλιους τρόπους.
Πολύτιμη ένιωσα για λόγους
που αγνοούσα.
Επειδή έγραψες γι΄ αυτήν:
Το ΄γραψες ήδη στο γράμμα. Μ΄ έλιωσες. Δεν μου έχουν ξαναγράψει έτσι. Είσαι μοναδική. Να το ξέρεις. Σ΄ ευχαριστώ. Είναι τιμή μου που διάλεξες εμένα.
Έμαθα να ιχνηλατώ κοντά σου
συνήθειες άλλες.
Να βγάζω το ίδιο συμπέρασμα
για εκεί και για εδώ.
Επειδή έγραψες γι΄ αυτό:
Τα βαρέλια των κρασιών μου θυμίζουν τον βρώμικο κόσμο που ζούμε. Πολλή βρώμα μένει στο τέλος. Τα καθάρισα. Κατακάθι και άσχημη μυρωδιά. Δεν είχα και την πείρα…
Κατέκρινες το πλάσμα που αγαπώ.
Εσένα.
Και χάιδεψες τ΄ αυτιά μου
με τα φτερά της ελεύθερης καρδιάς του.
Επειδή έγραψες γι΄ αυτήν:
Άμα το πω θα γίνει σεισμός. Η καταστροφή του τόπου. Δύσκολα βρίσκουν τέτοιους μαλάκες σήμερα. Γι΄ αυτό είμαι κατά οιασδήποτε παράδοσης. Οι παραδόσεις είναι παγίδες για τις ελεύθερες καρδιές.
Ονειρεύτηκα το αδύνατο
και το φύλαξα ζεστό,
την παγωνιά της ζωής σου,
να διώχνει.
Επειδή έγραψες γι΄ αυτό:
Σε κάποιο σπιτάκι στον τόπο σου; Μ΄ αρέσει. Πολύ. Έχει ύφος σαν μέρος. Και τα πάντα μετρώνται από το ύφος. Μπουκόφσκι: όλα είναι στυλ. Θα ΄θελα να ΄χαμε ένα μικρό σπιτάκι εκεί που πήγα και να περνάγαμε μαζί το καλοκαίρι. Δυο δωμάτια είναι υπεραρκετά, με μια μικρή αυλή και μια μικρή κούνια, να καθόμαστε και να βλέπουμε τον ήλιο να δύει, πίνοντας τεκίλα μαργαρίτα, αγκαλίτσα στη διθέσια κούνια, να ταλαντευόμαστε αργά, και να μας χαϊδεύει η θαλασσινή αύρα στα πρόσωπα. Αυτή είναι ζωή. Αυτή τη ζωή γουστάρω. Τα απλά πράγματα με γοητεύουν.
Θυμήθηκα ότι είμαι άνθρωπος
που μπορεί να τραγουδήσει ακόμη.
Τραγούδια, μόνο για σένα.
να ξετυλίγουν το κουβάρι της ζωής σου.
Επειδή έγραψες, ξανά, γι΄ αυτά:
Και ν΄ ακούμε Doors. Οι αγαπημένοι μου Doors. Είχα να τους ακούσω πολλά χρόνια. Δεν μπορώ ακούω αυτά που αγαπώ όταν είμαι άδειος. Βέβαια, αυτό που λες, ότι είναι μια παρηγοριά ότι κάποτε «ήμασταν», με διατηρεί κάπως. Αυτά σκέφτομαι πριν με πάρει ο ύπνος. Τώρα όμως σκέφτομαι άλλα. Εσένα.
Κοιμήθηκα στα όνειρά σου,
σαν διαρρήκτης.
Αλαφροπάτησα μην ταράξω
εκείνους που τα κατάργησαν.
Επειδή έγραψες γι΄ αυτά:
Χθες βράδυ πήγα να σαλτάρω. Είχα νεύρα. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Μην τυραννάς το μυαλό σου. Σε παρακαλώ. Έτσι βασανίζεσαι και δεν κερδίζεις τίποτα. Δεν υπάρχουν άλλοι επί του παρόντος. Αυτό φτάνει. Αρκεί. Αλλά δεν θέλω να σε βλέπω να στενοχωριέσαι. Δεν το αντέχω.
Έγινα πόθος
φορώντας επιθυμία.
Σ΄ έβαλα σε κάθε βήμα μου.
Πλάι μου και μπρος μου.
Επειδή έγραψες για αυτό:
Θα ΄θελα να μέναμε κοντά ..αυτό μόνο. Να σε βλέπω κάθε μέρα, να συζητάμε, να βολτάρουμε, να ερωτευόμαστε, να μεθάμε, να πηγαίνουμε σινεμά, να πίνουμε καφέ, αυτά θέλω εγώ.
Αγάπησα την κάθε μέρα που φέγγει
στην απλότητα Ανατολής και Δύσης.
Κάθε μέρα με μια φρέσκια πινελιά,
στα ίδια απλά πράγματα.
Επειδή έγραψες γι΄ αυτήν:
Όλη η ουσία της ζωής είναι στα απλά πράγματα. Φτάνει να τα κάνεις μ΄ αυτή που αγαπάς. Η συνήθεια θα κάνει και σε ΄μας την εμφάνισή της, Σίγουρα. Το θέμα είναι να καθυστερήσει όσο πιο πολύ γίνεται.
Άλλαξα την αρίθμηση στα κεφάλαια της ζωής μου
για να ΄μαι αδιάκοπτα, εσαεί πλάι σου.
Όπως-όπως.
Αγάπησα την επιθυμία σου περισσότερο κι από σένα.
Επειδή έγραψες για αυτήν:
Θέλω μια χάρη από ΄σενα. Να ΄σαι μαζί μου με οποιαδήποτε μορφή. Όσο πιο πολύ γίνεται, σε θέλω μαζί μου. Δεν θέλω να με ξεχάσεις. Ακόμη κι αν γνωρίσεις κάποιον άλλον. Αυτό μόνο σου ζητώ. Δεν μπορώ να σου απαγορεύσω κάτι. Απλά να μη με ξεχάσεις. Τίποτα άλλο δεν σου ζητώ.
Παρέδωσα τον εαυτό μου στον δικό σου
με εχέγγυο τα λόγια σου.
Εκεί τον άφησα για να θυμάσαι
ότι είσαι όλα.
Επειδή έγραψες για αυτούς:
Ας αφήσουμε τους εαυτούς μας να αγαπηθούνε και τίποτα περισσότερο. Είμαστε rock κι έτσι θα πεθάνουμε. Να λες σε όλους ότι αυτός δεν έχει τίποτα...
Έβγαλα απ΄ το κουτί τη λαχτάρα μου
και την άφησα να φτιάξει το μέλλον.
Κοντά σου.
Στον μάτι του κυκλώνα της αγάπης σου.
Επειδή έγραψες γι΄ αυτήν:
Συχνά κάνω ανακεφαλαιώσεις. Παθαίνω σοκ. Πώς πήγανε έτσι τα πράγματα; Ανεμοστρόβιλος. Βαθειά μέσα μου, έχει κάτσει αυτό που είπες. Αν δεν το κάνεις θα θυμώσω. Μη λες τέτοια πράγματα. Κάνω σχέδια. Είπες ότι θα ΄ρθεις εδώ. Κοντά μου.
Αν είναι πλάκα να μου το πεις….

Και τώρα; Τώρα τι;
Τώρα έσπασες τους δίσκους ή μήπως έβαλες φωτιά στις λέξεις;
Καθάρισε ο κόσμος ή θάφτηκαν οι παραδόσεις;
Μήπως έσπασε η κούνια ή το ύφος έγινε κοινό;
Και τώρα; Τώρα τι;
Πήρε ο αέρας τις στέγες των σπιτιών ή μήπως έγιναν τα φτερά, ποδάρια;
Γέμισες το μαξιλάρι σου, γαλήνη ή έβαλες την πραγματικότητα να παίξει τ΄ όνειρο;
Μήπως κατασκεύασες συνήθεια ή αντέχεις τον πόνο μου;
Και τώρα; Τώρα τι;
Έγινες όπερα με αρχή και τέλος ή μήπως λησμόνησες ότι σε περιμένουν κάπου
όλες οι ευχές του κόσμου;
Φοβάσαι να τις πάρεις ή δεν διαισθάνθηκες ότι εξακολουθώ να είμαι εδώ, κοντά σου;
Προσμένεις να καταλαγιάσει το ατέλειωτο πηγαινέλα μου ή δεν το κατάλαβες;
Και τώρα; Τι φοβάσαι περισσότερο;
Αυτά που έκανες ή αυτά που δεν έκανες;
Και τώρα, πολύτιμος είσαι
κι εγώ κοντά σου.
Κι αν ανάξιες είναι οι ευχές μου
δεν παύουν να ζεσταίνουν τον κόσμο
που φτιάξαμε εσύ κι εγώ.
Εκεί θα σε περιμένουν.
Μαζί μου.
Κι αν δεν τις ανταποδώσεις
κι αν στα μάτια δεν μπορείς να με κοιτάξεις
επειδή ξέρω αυτά που δεν μου είπες,
να θυμάσαι ότι όλα διορθώνονται
εκτός από τον πόνο μου για την απώλειά σου.
23.4.10
Αλλαγή

18.3.10
Η πόλη που ζω

24.2.10
Ριμέικ

2.2.10
Εκδρομή

-Τώρα στη Γη
ήρθε άλλος μήνας.
Ο Φεβρουάριος.
Το Φλεβάρη
καρναβάλι
κι αετοί
μικροί μεγάλοι!
Τώρα,
φεγγαράκι μου,

τα παιδιά
στη Γη,
γλεντάνε
την Αποκρηά!
Πρέπει να βρεις
ρούχα να ντυθείς
κι εσύ μασκαράς!
-Αχ τι μπελάς!
φώναξε το φεγγάρι
κι έτρεξε στον κήπο

του Ουράνιου Τόξου
να μαζέψει χρώματα.
Ντύθηκε μασκαράς κι
έγινε αγνώριστο.
Κι ετοιμάστηκε
να κατέβει στη Γη.
-Στάσου! Του φώναξε
Ο πύραυλος. Που πας έτσι;
Θα γελάσει μαζί σου και το
παρδαλό κατσίκι!

-Πολύ ωραία τότε! Είπε
το φεγγάρι.
-Όχι καθόλου! Γιατί, όσο να
φτιάξεις εσύ τη στολή σου,
έφυγε ο Φλεβάρης!
Τέλειωσε το καρναβάλι,
φεγγαράκι μου!
-Και ξανάρθε ο Γενάρης;
-Όχι φυσικά! Ήρθε άλλος
μήνας. Ο Μάρτης!
17.1.10
Εκτεθειμένες στην καταιγίδα
Κομψές, λυγερές με χρωματιστά ρούχα και γυαλιστερά βραχιόλια κινούνταν με χάρη, ανεμίζοντας τα λευκά μαντήλια τους, προσεκτικά διαλεγμένα και φορεμένα.- Όμορφος καιρός σήμερα. Να είχε και λίγο ήλιο θα ΄ταν ωραιότερος, είπε η πρώτη, λίγο πιο μεγαλόσωμη με ένα κοστούμι βαθύ κόκκινο .
- Ναι βρε παιδί μου, απότομα μας ήρθε η χειμώνας φέτος, αν και λίγο καθυστερημένα θα έλεγα, απάντησε η δεύτερη, νεαρότερη, με ένα μπλε συνολάκι την αυστηρότητα του οποίου διέκοπτε μια κατακόκκινη ρίγα στη μέση της.
-Ο αέρας όμως είναι μια σκέτη γιατρειά. Βοριάς, πλάνος… αλλά τα μαντήλια μας δεν πτοούνται με τίποτε.
- Αυτό δα έλειπε, τότε δεν θα ΄μασταν για βόλτα, είπε η μικρή κουνώντας με νάζι τα πισινά της και τα βραχιόλια της.
- Ας περπατήσουμε σε απόσταση σήμερα, είπε η ώριμη φιλενάδα, κοιτώντας ίσια μπροστά τα σύννεφα να μαζεύονται ολοένα και περισσότερα, μην τσαλακωθούμε κυριακάτικο!
- Ναι, συμφωνώ. Πάντως δεν έχεις να πεις τίποτε για τα καμάρια μας. Άντρες με τα όλα τους. Κυριακάτικη βόλτα, εν μέσω του χειμώνα, αποφασισμένοι για όλα. Τους άκουσες πώς συζητούσαν μην τυχόν και δεν αντέξουμε; Χα, χα, ποιες; Εμείς!
Έτσι όμορφες συνέχισαν τον κυριακάτικο περίπατό τους έχοντας το πλεονέκτημα των συντρόφων τους που κρατούσαν τα λευκά τους μαντίλια συνεχώς, σαν να ήθελαν να τις προστατεύσουν από την κακοκαιρία. Κουβεντούλα εκείνοι; Κουβεντούλα κι αυτές. Ξαφνικά μια αστραπή φάνηκε στον ουρανό και ήταν τόσο το φώς της που η μέρα χλώμιασε κι άρχισε να αναρωτιέται μην τυχόν και την πήρε ο ύπνος. Τα κορίτσια φωτίστηκαν κι αυτά, καθώς τα βραχιόλια τους προσπάθησαν να σταματήσουν την λάμψω πάνω τους, ενώ οι αγαπημένοι τους φάνηκαν ανήσυχοι και δυνάμωσαν τη συζήτηση.
-Λες να μαζευόμαστε ρε φίλε; Πολύ μουτζούρα και κακό βλέπω…
-Έτσι λέω..οι κούκλες δεν θα τα καταφέρουν.. άστο έχουμε Κυριακές μπροστά μας, καλά να είμαστε.
Εκείνες κοιτάχτηκαν από το άνοιγμα που άφηναν τα μαντίλια τους, τα οποία πια ζορίζονταν κρατηθούν πάνω τους, και έδειξαν φανερά τη δυσαρέσκειά τους.
-Τι γρουσουζιά κι αυτή. Σήμερα βρήκε να λυσσομανήσει, είπε η μικρή, πάλι στην απραξία; Μια βόλτα είπαμε να κάνουμε και χάλασε ο κόσμος.
-Πες το ψέματα, αποκρίθηκε η άλλη, φτυσμένες να μας είχαν δεν θα μας έβρισκε τούτη η κατάσταση. Να μου το θυμηθείς. Εκείνος ο καμπούρης που νομίζει ότι τα ξέρει όλα μας γλωσσόφαγε. Τον είδες πώς μας κοίταγε την ώρα που τ΄ αγόρια μας μας έπαιρναν να πάμε βόλτα. Αμ, ποιος του φταίει με την παλιοτσουρούτω που έχει. Αυτή όλη τη μέρα ξάπλα είναι γι΄ αυτό έγινε έτσι!
-Πω, πω τον έκανες ρόμπα αλλά του χρειαζόταν του παλιοξεφτίλα. Το πρόσεξα κι εγώ. Πάντως και οι δικοί μας πολύ υπερπροστατευτικοί δεν έγιναν..
-Μα τι πράγμα είναι κι αυτό, δίκιο έχεις, λες και είμαστε από ζάχαρη.
Εν τω μεταξύ οι νεαροί άρχισαν τα καλοπιάσματα και τα γλυκόλογα αφού η βροχή είχε γίνει πλέον αλύπητη και οι αστραπές και οι κεραυνοί πολλαπλασιάζονταν με μανία.
-Άντε κορίτσι μου, κουράγιο κοντεύουμε, ο ένας
-Κουκλάρα μου εσύ αντέχεις, το ξέρω, ο άλλος.
Εκείνες απτόητες το μόνο που τις ένοιαζε είναι μην βραχούν τα μέσα τους, μια και φορούσαν ότι καλύτερο. Κυριακάτικη βόλτα ήταν αυτή δεν ήταν παίξε γέλασε. Λίγο αργότερα γύρναγαν στο σημείο απ΄ όπου ξεκίνησαν.
.
Το τηλέφωνο με συνέφερε από τις σκέψεις. Η φωνή σου, με επανέφερε στην πραγματικότητα. Σαν ένοχη το πρώτο πράγμα που σε ρώτησα ήταν οι καιρικές συνθήκες για να βιαστώ να συμπληρώσω πως τα σκάφη μαζεύτηκαν στο λιμάνι όπως να ΄ναι. Τι να σου πω; Ότι τα κορίτσια και τ΄ αγόρια που παρακολουθούσα να επιστρέφουν από τη βόλτα τους λόγω βροχής ήταν δυο ιστιοφόρα και οι καπεταναίοι τους; Ε! στο είπα τώρα που έκοψε η βροχή και τα ξαναείδα. Τα ονόματά τους είναι γυναικεία και οι τύποι σε όλη τη διάρκεια της καταιγίδας έπιναν κάτω από τις λευκές τέντες, μάλλον τα μαντηλάκια πέτου των κοριτσιών τους. Προφανώς δεν ήθελαν να τις αποχωριστούν. Είναι αυτές κάτι τσαχπίνες!! Άλλο πράγμα….
8.1.10
Hot dog
Η πρώτη βρίσκει εύκολα λύση με τη διπλανή τράπεζα και ανάβοντας τσιγάρο κατευθύνεται στο παρακείμενο σούπερ μάρκετ. Κάθεται στο μαντράκι δίπλα από τα καρότσια και από ένα γυαλιστερό τασάκι.
-Θέλετε καρότσι;
Η φωνή έρχεται σαν μουσική υπόκρουση πίσω από μια σειρά κινούμενων καροτσιών που θυμίζουν το παλιό τραμ.
-Ναι ευχαριστώ σε λίγο, απαντά ευγενικά ενώ σηκώνεται να κοιτάξει την οδηγό του τραμ.
Ένα αυτοκίνητο εκείνη τη στιγμή αρχίζει να κορνάρει και αποσπά την προσοχή της τροχήλατης υπαλλήλου. Η γυναίκα ανακουφίζεται με την τύχη της καθώς το κορίτσι του σούπερ μάρκετ δεν πρόλαβε να δει την έκπληξη που της προκάλεσε. Άσχημο πλάσμα. Τόσο άσχημο που μόνο η φαντασία ενός καρτουνίστα μπορούσε να δημιουργήσει. Μαλλιά, δόντια, σπυριά, κόκκαλα ένα πράγμα. Ακόμη και το χαμόγελό της φαινόταν να στολίζεται από τα γυαλιστερά θεόρατα σιδεράκια που εξείχαν από το στόμα της σαν σπάθες μονομαχίας.
Η γυναίκα χαμογελάει ευγενικά στο κορίτσι και παίρνει το καρότσι που της προσφέρει αφού σβήνει το τσιγάρο κοιτώντας το σαν λουλούδι.
Το σούπερ μάρκετ είχε λίγους πελάτες, και αρκετούς υπαλλήλους που επιχειρούν να το εφοδιάσουν μετά το πλιάτσικο που ακολούθησε τον πόλεμο των προηγούμενων ημερών. Η γυναίκα φόρτωνε το καρότσι σύμφωνα με τη λίστα της.
- Λουκάνικα, μην ξεχάσω να πάρω λουκάνικα, μονολόγησε.
Ο άνδρας κρατώντας το κόκκινο καλαθάκι όπως το ράσο ο διάολος πλησίαζε όλο και περισσότερο. Πενηντάρικο τζόβενο με αθλητική φόρμα και λευκό πουκάμισο, όλα επώνυμα παρακαλώ, αποζητούσε εμφανώς συντροφιά.
- Μα καλά τι θα τα κάνω τα λουκάνικα εδώ; συνέχισε εκείνη.
Ο τύπος προσπαθεί να εντοπίσει προφανώς το hands free της γυναίκας, πολιορκώντας απ΄ όλες τις πλευρές.
- Τι κρίμα να μην έχω ένα φορητό ψυγείο.
- Συγγνώμη; απαντά αυθόρμητα εκείνος.
Η γυναίκα προφανώς άκουσε, αλλά συνέχισε απτόητη το φόρτωμα
Στο ταμείο το τζόβενο έχοντας αγοράσει 5 πράγματα, όλα κι όλα, στέκεται πίσω της με ένα ύφος επίμονο και γαλήνιο.
- Το τελευταίο ταμείο είναι για λίγα πράγματα του προτείνει εκείνη.
- Δεν πειράζει θα περιμένω.
Η ταμίας παρακολουθώντας το σκηνικό, δημιουργεί αντιπερισπασμό, υπέρ της τακτικής πελάτισσας.
- Σας πειράζει επειδή κλείνω να περάσετε στο διπλανό να εξυπηρετήσω τον κύριο;
- Ίσα, ίσα ευχαριστώ πολύ.
Σύντομα τα πράγματα πληρώνονται, τακτοποιούνται και στέλνονται στον προορισμό τους. Η κυρία βγαίνει από την άλλη πόρτα, όχι τόσο για να μην συναντήσει το τζόβενο, όσο για να μην τρακαριστεί με την υπάλληλο που είχε καταραστεί η φύση.
Καπνίζοντας αμέριμνη σε όλο το δρόμο, το φυσάει και δεν κρυώνει και μόνο στη σκέψη ότι δεν μπόρεσε να πάρει αυτά τα εκλεκτά λουκάνικα.
Το ίδιο απόγευμα στο σπίτι. Το τηλέφωνο χτυπάει δύο φορές. Η κυρία τρέχει του σκοτωμού να το προλάβει και τρώει.. πόρτα. Αρχίζει να ρίχνει καντήλια στην τηλεφωνική εταιρεία που της δημιουργεί συνεχώς και περισσότερα προβλήματα.
- Γαμώ την καντεμιά μου γαμώ, φωνάζει.
Το τηλέφωνο σε λίγα λεπτά ξανακτυπάει.
-Ναιαιαι, ακούγεται από την άλλη γραμμή.
-Τι κάνεις αγόρι μου;
Ακολουθεί διάλογος επί παντός και ξαφνικά εκείνος με μια απίστευτη ψυχραιμία της αποκαλύπτει ότι την ώρα που εκείνη τραβιόταν στο σούπερ μάρκετ με την άσχημη και το τζόβενο ούτε λίγο ούτε πολύ την.. κεράτωνε.
- Με απάτησες δηλαδή;
- Ναι, αλλά ήταν σκατά..
- Γιατί τα έκαψες;
- Έτοιμα τα πήρα.
- Και πώς ήταν;
- Καυτερά και πήρε φωτιά ο κώλος μου.
-Καλά δεν σου έχω πει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να φας καλύτερα μαγειρεμένα λουκάνικα από τα δικά μου.
-Το ξέρω…
Το βράδυ αργά. Η γυναίκα ετοιμάζεται για ύπνο. Ανοίγει την ντουλάπα της και βγάζει έξω τα εσώρουχά της.
-Μπα … ακατάλληλα μου φαίνονται όλα...
Κάθεται στον υπολογιστή και παραγγέλνει ό,τι πιο προκλητικό και σκοτεινό βρίσκει. Κλικάροντας για την αγορά βγάζει έναν αναστεναγμό.
-Τώρα θα δεις τι έχεις να πάθεις, αγόρι μου. Για να καταλάβεις το βάρος της πράξης σου. Την επόμενη φορά θα καθυστερήσεις να φας λουκάνικα. Πρώτα θα εξερευνήσεις το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου και μετά αν σου έχει μείνει αντοχή .. βλέπουμε για τα λουκάνικα.
Ξαπλώνει στο κρεβάτι και αρχίζει να το σχεδιάζει. Της είχε πει κάποτε ότι λαχταρούσε πάντα μια «απευθείας» υποδοχή. Ευκαιρία λοιπόν να του ικανοποιήσει τ΄ όνειρο. Με τη μυρωδιά, όμως, από τα αγαπημένα του λουκάνικα να παίζει κλεφτοπόλεμο. Για να μάθει άλλη φορά να την απατάει.
23.12.09
Απάγκιο
Ξαφνικά η … μπάντα μπορεί και απολαμβάνει το επίκεντρο μιας άλλης ύπαρξης. Το σημείο εκείνο που δεν πιάνει η τρικυμία, εκεί που όλοι θέλουν να βρεθούν κι όλοι διστάζουν να πλησιάσουν. Ίσως επειδή τούς φαίνεται απίθανο το φαινόμενο της νηνεμίας. Κι όμως βρέθηκα εκεί. Καράβι το γλυκό φιλί σου κι άλμπουρα τα λόγια σου άνοιξαν τα πανιά στον αέρα τον γλυκό.
Τότε, στο απάγκιο, εκεί που κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει και τίποτε να χαλάσει την ομορφιά της απομόνωσης, εκεί που ο κόσμος χωράει σε μια παλάμη, άνοιξα το μπαουλάκι. Καμιά σκέψη μου πια δεν είναι τσαλακωμένη στη γωνίτσα. Όλες λείες, γυαλιστερές μυρίζουν φρέσκια ψυχή. Τα μικρά τριγωνάκια, οι δείκτες μου, που δείχνουν ότι στα σημεία αυτά σταμάτησα, άρχισα ή βρήκα κάτι σημαντικό είχαν γίνει ένα με την επιφάνεια του νου μου.
Απόψε όλα είναι αλλιώς. Γύρισες και ακούμπησες τον εαυτό σου σαν μακό μπλουζάκι στο κρεβάτι του πάθους. Απόψε δεν θέλω να το φορέσω. Θα το βάλω στο μαξιλάρι να κοιμηθώ επάνω του, να το χαϊδεύω και να το φιλώ. Απόψε είναι τόσο κόκκινο που η καρδιά ντροπιάστηκε. Γι΄ αυτό χτυπάει δυνατά. Την ακούς; Είναι δική Σου.
22.12.09
Αντίλογος
.
(Σκηνικό λιτό. Μία γυναίκα, αδιευκρίνιστου ηλικίας, σκουρόχρωμα ντυμένη, κάθεται κουλουριασμένη σ’ ένα παγκάκι. Πρόσωπο κουρασμένο, βλέμμα αφηρημένο, στοχαστικό. Σε όλη τη διάρκεια της σκηνής είναι στην ίδια στάση. Η φωνή της είναι ηχογραφημένη. Πίσω της δεξιά, σε απόσταση ενός – δύο μέτρων στέκεται όρθια μία άλλη γυναίκα μεγαλύτερη σε όγκο, ντυμένη στα λευκά. Η φωνή της οπωσδήποτε θα ακούγεται ζωντανά. Η πρώτη που ακούγεται είναι η γυναίκα που κάθεται στο παγκάκι.)
-Περίμενα και είχα τόσο κουραστεί, κάποιος, κάτι να πιαστώ δε φαινόταν, έγερνε το σώμα και το μυαλό μου θόλωνε και αποκοιμιόταν.
-Κάποιες φορές χρειάζεται να περιμένεις χρόνια, αιώνες, αν χρειαστεί, για να έρθει αυτό που αποζητάς.
-Περίμενα και ήταν όλα τόσο σκοτεινά γύρω μου, έτρεμα και φοβόμουν,βμε τις σκιές μιλούσα και νόμιζα πως ξεχνιόμουν.
-Κάποιες φορές χρειάζεται σ’ όλους και σ΄ όλα να μιλάς, μέχρι να ακουστείς.
-Περίμενα και το σκοτάδι όλο και πιο βαθύ γινόταν, τα πόδια μου αργά στο χώμα βυθιζόταν, στο αναμένοντας θαρρούσα πως ήμουν πάντα, με το σκοτάδι και την καταχνιά μοναδική μου συντροφιά.
-Είναι πιο διαρκές και βαθύ το σκοτάδι πριν να έρθει το φως.
-Περίμενα και είχα τόσο πολύ θυμώσει που με μια σκιά καθόμουν αγκαλιά και της παραπονιόμουν.
-Ύπαρξη είναι και η σκιά και νιώθει κι αυτή μοναξιά.
-Περίμενα, περίμενα…. Άρχισα τότε να τους φωνάζω όλους δυνατά. Φάνταζαν χιλιάδες οι παρουσίες τους, μα απόντες ήταν όλοι…. Μέρες, βδομάδες τους καλούσα,
μα κανείς τους δεν άκουγε ή δεν ήθελε να ακούσει.
-Κάποιες φορές χρειάζεται να περάσουν χρόνια, αιώνες, για να μπορέσουν οι άνθρωποι να ακούσουν τους άλλους ανθρώπους….. Δεν περίμενες αρκετά…
-Περίμενα, περίμενα, περίμενα….. Και δεν με πειράζει καθόλου αυτό. Καμιά φορά, όμως, είναι που «μου τη σπάει», που ακόμη και τώρα, όπως και τότε... περιμένω….
14.12.09
Μια αγάπη στο πεζοδρόμιο

Ακολούθησε τη διαδρομή προς το κεντρικό δρόμο, με σκυμμένο κεφάλι προσδοκώντας ίσως να βρει κάτι ενδιαφέρον στο πεζοδρόμιο ή στην άσφαλτο. Από μικρή την είχε αυτή τη συνήθεια. Την πρώτη μάλιστα φορά που βρήκε ένα γράμμα γεμάτο ανορθόγραφες λέξεις αγάπης, αισθάνθηκε ότι διάβηκε ένα μυστικό πέρασμα σε μια άλλη ζωή. Ένας άντρας έγραφε τόσο όμορφες λέξεις σε μια γυναίκα που όμοιές τους δεν έχει διαβάσει μέχρι σήμερα. Εκείνο το γράμμα περιείχε και τη νουθεσία για την αγάπη, δεν περιείχε όμως καμιά υπόσχεση. Ήταν όλα τόσο φυσικά δεδομένα, όπως μόνο μια ανάγκη για τον άλλον μπορεί να εξασφαλίσει. Αγράμματοι άνθρωποι, απλά πράγματα, σκέφτηκε τότε.
Στο δρόμο, τη μια στιγμή σκεφτόταν ότι πρέπει να δείχνει την αγάπη της, την άλλη την ενοχοποιούσε. Ο αέρας είχε κάνει την παρουσία του, γόμα να σβήσει κάθε προβληματισμό κι εκείνη τράβηξε γύρισε την κάπα στο πρόσωπο. Πάντα πίστευε ότι ο αέρας μπαίνει από το στόμα και κάνει άνω κάτω ότι κυκλοφορεί μέσα της. Εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή ακριβώς που αντιμετώπιζε το βοριαδάκι, η λέξη «απώθηση» ήρθε να κάτσει στο μυαλό της σαν την άμμο στην καλοκαιρινή παντόφλα. Ο Γρηγόρης πάλευε να απωθήσει κάτι; Γιατί όμως; Θεωρούσε κατάχρηση να δεχτεί τόση αγάπη ή φοβόταν τη δική του; «Αυτό λοιπόν», μονολόγησε η Άλκηστη, « αυτό είναι ό,τι μπορεί να ανατρέψει την παλιά καλή συμβουλή, να δείχνεις την αγάπη σου. Μόνο αυτό και μόνο όταν ο αποδέκτης δεν έχει καταλάβει. Δεν έχει καταλάβει τίποτα», μουρμούρισε πιο δυνατά. Ο γενειοφόρος ηλικιωμένος συνδιαβάτης γύρισε την κοίταξε μέσα από τα γυαλιά του και χάιδεψε μια στοίβα βιβλία που κρατούσε. Φάνηκε να συμφωνεί.
Ο αέρας κάτι κατάφερε τελικά και οι σκέψεις έφυγαν για λίγο. Ή τουλάχιστον όση ώρα αναγκάστηκε η Άλκηστη, εκ των κοινωνικών πραγμάτων, να παρακολουθήσει τις συζητήσεις μιας γυναικείας συντροφιάς. Από ένα σημείο και πέρα η κουβέντα παρουσίαζε ενδιαφέρον. «Κοίτα να δεις, φίλε μου», είπε από μέσα της. «Καμία μα καμία δεν είναι ικανοποιημένη. Καμία μα καμία δεν δέχεται να προσδιορίσει την αμαρτία, την ενοχή». Όλες νέες και ώριμες συμφωνούσαν απόλυτα σε αυτό που ίδια είχε οδηγηθεί από τα εφηβικά της χρόνια όταν ο παχουλός τύπος με τα γένια και το σπινθηροβόλο βλέμμα κρυμμένο πίσω από έναν βαθύ συλλογισμό την ξενάγησε σε μια άλλη θεώρηση της ζωής.
Ο Γρηγόρης ήταν μακριά, επιδίωκε να είναι ακόμη πιο μακριά και αποζητούσε να είναι κοντά. Η Άλκηστη σκεφτόταν, σκεφτόταν συνεχώς. Σηκώθηκε καληνύχτισε και τράβηξε στο δρόμο με τις στολισμένες βιτρίνες. Απόψε είχε κατακλυστεί από τα παιδικά της βιώματα. Τότε που έκλαιγε με λυγμούς όταν διάβαζε τα παραμύθια του Άντερσεν. Τότε που προσπαθούσαν να την πείσουν ότι υπάρχει Άγιος Βασίλης κι εκείνη απαντούσε: «όχι, γιατί δεν υπάρχει κανένας άγιος». Είδε τα ελαφάκια, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, τα χρυσά πακέτα, όλα αυτά που θέλουν να γυαλίσουν τις ζωές μας, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. «Μια παγκόσμια κακομοιριά όμως δεν αφήνει τούτη τη χρονιά να λαμπρύνει», σκέφτηκε. Σε μια βιτρίνα η κούκλα φορούσε ένα βυσσινί φόρεμα, και στο πόδι της ήταν ακουμπισμένο ένα σικάτο ετικετάκι με την τιμή. «Φόρεμα: 980€», έγραφε! Ένα ζευγάρι που κοιτούσαν κι αυτοί τη βιτρίνα είχαν χάσει το χρώμα τους. Είπε εκείνη: «Μα καλά, από τι είναι φτιαγμένο και κάνει τόσο;». «Από έναν μισθό», απάντησε αυθόρμητα η Άλκηστη και γέλασαν και οι τρεις.
«Ανάμεσα στο μ΄ αγαπάς και σ΄ αγαπώ, άνεμος απ΄ αστέρια και σύγκρυο λουλουδιών….». Η Άλκηστη ανατρίχιασε από την ψύχρα αλλά και από τους στίχους που της ήρθαν στον μυαλό. «Καλά πώς έγινε αυτό;», σκέφτηκε. Τότε πέρασε μπροστά της η εικόνα του γέρο διανοούμενου που συνάντησε νωρίτερα. Μα ναι πάνω-πάνω στα βιβλία του καμάρωνε ένας Λόρκα! Το βιβλίο που της είχε δώσει ο Γρηγόρης τα «Έντεκα σονέτα του σκοτεινού έρωτα».
Εκείνος, εξακολουθούσε να γεμίζει το μυαλό της. Ήταν ώρα να επιστρέψει. Μπορεί να την αναζητούσε. Ήταν σίγουρη πως θα την αναζητούσε. Περπάτησε με το μυαλό καθαρό. Έφυγαν αυτές οι παράξενες σκέψεις. Ήταν βέβαιη ότι η απρόσμενη φυσική γόμα έκανε τη δουλειά της. Ήξερε ότι έτσι θα είναι πάντα. Πότε έτσι, πότε αλλιώς. Τα έχει αυτά ο έρωτας, κι αν είναι και σκοτεινός δηλαδή πιο γοητευτικός, θα έρχονται τα τσουνάμια συχνά. «Ο Γρηγόρης εξάλλου περνάει το λούκι. Εκείνος είναι που επιφορτίζεται την ενοχή όλων για όλα. Μόνο που επιμένω δεν έχει καταλάβει και πρέπει να βρω τρόπο να τον κάνω να γαληνέψει. Γίνεται όμως;», ξαναμουρμούρισε.
Το πιο ταπεινό δημιούργημα του ανθρώπου, το ευτελέστερο κατασκεύασμα, εκείνο που το πατούν, το κλωτσούν, το φτύνουν, το κατουράνε και το χέζουνε όλοι, ακόμη και οι σκύλοι και οι γάτες, το πεζοδρόμιο, ήρθε να δώσει την απάντηση. Αυτό το εξαθλιωμένο, μαύρο και άραχνο κατασκεύασμα που και η ίδια το πατούσε μπροστά στα μάτια της έγινε φιλόξενο στρώμα για μια αγάπη. Δυο τριαντάφυλλα, δυο κίτρινα τριαντάφυλλα ήταν ξαπλωμένα επάνω του, μέσα στο πλαστικό ασημί σκέπασμά τους. Εκεί ακίνητα, αλώβητα από τον αέρα, τρομακτικά όμορφα για να πατηθούν μοιράζονταν τη δροσιά που τους είχε απομείνει. Κάποιος τα πέταξε γιατί δεν ήξερε να αγαπά, ή δεν άντεχε τόση αγάπη. Κι εκείνα έμειναν να διατηρήσουν την αγάπη αυτή.
«Ο Γρηγόρης δεν θα το έκανε ποτέ αυτό», σκέφτηκε η Άλκηστη, ενώ απαθανάτιζε το τρυφερό κίτρινο ζευγάρι «θα τα κρατούσε έστω και μαραμένα. Είναι τόσο έτοιμος να απολαύσει και να εισπράξει την αγάπη που κάποιες φορές φοβάται ότι θα την χαλάσει. Αλλά είναι άντρας και οι άντρες έτσι σκέφτονται. Να μην πληγώσουν ανεπανόρθωτα…»
Γύρισε σπίτι. Εκείνος την αποζήτησε. Φόρεσε την κόκκινη μπλούζα του, τις παντόφλες του και άνοιξε το βιβλίο που της χάρισε προχτές. Σήμερα τον αγαπούσε περισσότερο. Σήμερα ήξερε ότι αφού μπορεί ένα βρώμικο πεζοδρόμιο να φροντίσει μια αγάπη δεν μπορεί εκείνη;
7.12.09
Συγγνώμη
Του έγραψε δυο λόγια, πως η Aγλαΐα είναι πολύ άρρωστη και τώρα τον περιμένει. Δώδεκα χρόνια ζουν χωρισμένοι. Δώδεκα χρόνια κλείσθηκε σ' αυτό το σπίτι μέσα. Δώδεκα χρόνια δεν τον είδε. Τα μαλλιά της ασπρόμαυρα, το μέτωπόν της ρυτιδωμένον. Τα δάκτυλά της πλέκουν γρήγορα πτερωτά και τα μεγάλα γαλανά μάτια της, που τώρα ξεθώριασαν, οπλισμένα με τα γυαλιά, ακολουθούν τις βελόνες. Μαύρο το φόρεμά της, μαύρη και η καρδιά της.
Το παράθυρον, το οποίον είναι πολύ πλησίον της, της δεικνύει τον Kεράτιον κόλπον γαλήνιον. Πάντοτε όταν βλέπει τα μεγάλα σκάφη να εξαπλώνονται ήσυχα και αμέριστα εις την λείαν επιφάνειαν του λιμένος, ψιθυρίζει: «H θάλασσα η άπιστη, που σηκώνει θεριά κύματα ή σείεται ελαφρά, έχει λιμάνια ακύμαντα, μα η ζωή του ανθρώπου, αχ, δεν έχει». Κτύπησε τον εσπερινό η καμπάνα του πατριαρχείου, η κ. Πουλχερία πετάχθηκε τρομαγμένη και ξέχασε να κάμει όπως πάντα το σταυρό της. Έφυγαν δύο - τρεις βελονιές από την κάλτσα της και η ματιά της καρφώθηκε στη θάλασσα, και κατόπι ξεκαρφώθηκε με βία και καρφώθηκε στη θύρα του δωματίου. Δοκίμασε να ξαναπλέξει, μα τα δάκτυλά έτρεμαν και δεν το κατόρθωσε.
O Mαυρίκος, ο γάτος της, έπαιξε με το κουβάρι της. Κτύπησε η θύρα, η κ. Πουλχερία πετάχθηκε και βρέθηκε στο πόδι. Επλησίασε τον καθρέφτη. Θεέ μου, τι άσχημη! Xλωμή, λιγνή, ζωντόνεκρη. Διόρθωσε λιγάκι τα μαλλιά της -η γυναίκα αυτό δεν το λησμονεί και στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής της, και συμμάζεψε το κουβάρι της που ολόκληρο το ξετύλιξεν ο Mαυρίκιος. Ακούστηκαν βήματα.H καρδιά της κτυπούσε δυνατά, όσο τα βήματα πλησίαζαν, τόσο οι παλμοί πλήθαιναν. Εμβήκε ένας κύριος με μεγάλη κοιλιά, παχύς, ροδοκόκκινος, καλοξυρισμένος και κρατούσε στα χέρια του κυλινδρικόν πίλον. H κ. Πουλχερία του έτεινε το παγωμένο χέρι της. Tα μάτια της άστραφταν.
Ναι, ο Mάρκος δεν είναι αδύνατος σαν σκελετός, μα γήρασε κι εκείνος, άσπρισαν τα μαλλιά του και τα μουστάκια του. Εκείνος, πήρε το χέρι της και το φίλησε. Δύο μεγάλα δάκρυα κυλίσθηκαν στα παχιά κατακόκκινα μάγουλά του. Mε φωνή βραχνή, η οποία διεκόπτετο από την συγκίνησιν, εψιθύρισε: «Πουλχερία, με συγχωρείς;»
Εκείνη τον συνεχώρησεν, όπως συνεχώρησε προ ολίγου τον Mαυρίκιο, που εξετύλιξε το κουβάρι της. Tι στενοχωρία! Δεν έχουν τίποτε να πουν. Πόσα έλεγαν άλλοτε σκυμμένοι σ' αυτό το παράθυρο, πριν να ξημερώσει η μαύρη μέρα, κατά την οποίαν ο κ. Mάρκος έφυγε διά την Eυρώπην, με την διδασκάλισσαν της κόρης του. Δώδεκα έτη έλειπε, δώδεκα έτη η κ. Πουλχερία έζησε ζωντόνεκρη στο παραθαλάσσιο αυτό σπίτι, δώδεκα έτη έκλαιγε κρυφά, διά να μην την βλέπει η κόρη της η ασθενική. «Kαι η κόρη μας;», εψιθύρισε με στενοχωρίαν ο παχύς άνθρωπος. «H κόρη μας;»
Τώρα δάκρυα χονδρά σαν βροχή άφθονα έβρεξαν το πρόσωπόν της κ. Πουλχερίας. «H κόρη μας δεν είναι καλά». Σηκώθηκε και του ένευσε να την ακολουθήσει. Σ' ένα δωμάτιον ευρύχωρον, με τοίχους παχείς σαν τοίχους φυλακής, με δικτυωτά πυκνά, ήτο εξηπλωμένη η κόρη του, η κόρη των. «Aγλαΐα!» Άνοιξε τα βαριά βλέφαρά της η άρρωστη με κόπον. Aλλά τα ξανάκλεισε, διότι την εστενοχώρει το φως το άπλετον. Χλωμή σαν αγιοκέρι και με πρόσωπο λιωμένο εχαμογέλασε, και φάνηκαν τα δόντια της μαύρα και τριμμένα. «O πατέρας σου, παιδί μου». Το μειδίαμα έφυγε από τα χείλη της. O κ. Μάρκος επλησίασε και την εγλυκοφιλούσε. «Mε γνωρίζεις, Aγλαΐα μου;»
«Nαι, η μητέρα όταν παρακαλούσε στην αρρώστια της, πάντα ανέφερε τ΄ όνομά σου». Γέλασε ένα γέλιο περιπαικτικό, έκλεισε τα μάτια της και γύρισε από το άλλο το πλευρό. H κ. Πουλχερία τον έσυρεν εκτός του δωματίου.
«Μάρκο, μη νομίσεις ότι έμαθα την κόρην σου να σε καταράται και να σε μισεί. Mα έγινε νευρική. Και ενώ όταν ήμην καλά σ' εζωγράφιζα με τα καλύτερα χρώματα, άμα μου ήρχετο η κρίσις φαίνεται ότι έλεγα μερικά πικρά πράγματα, εις τα οποία η κόρη μας επρόσεξε περισσότερον από τα λόγια τα δικά μου. M' εννοείς!»
«Nαι».
Το ρολόγι της Mεγάλης Σχολής εκτύπησε πέντε ώρες, ο κ. Mάρκος απεφάσισε να φύγει. Ήτο η ώρα που έβγαζε την κυρία του - διότι τώρα είχε άλλην σύζυγον και άλλα παιδάκια - στον περίπατο.
«E, με συγχωρείς, Πουλχερία;».
«Σε συγχωρώ».
Έφυγε κατευχαριστημένος διότι φέρθηκε σαν άνθρωπος με πολλή καρδιά, αφού πήγε σ' αυτό το σπίτι που δεν έπρεπε να ματαπατήσει, διά να ιδεί την άρρωστη κόρη του. Ενώ έφευγε, ανέπνευσε ελεύθερα και είπε:
«Mα πταίει η Πουλχερία. Tο παιδί αυτό είχεν ανάγκη καθαρού αέρος, περιπάτου, και εκείνη έζησε δώδεκα τώρα χρόνια κλεισμένη σαν σπιτόγατα. Τέτοια ήταν πάντα. Δεν αγαπούσε τον περίπατο. Aλίμονον, ούτε η μητρική στοργή δεν μπόρεσε να ξεριζώσει τα κακά της φυσικά». Σκούπισε τον ίδρω του και πήδηξε γρήγορα μέσα στο καΐκι, που τον επερίμενε έξω από τα κάγκελα του κήπου. Γλίστρησε το καΐκι, εχοροπήδησε λιγάκι ενώ περνούσε τα μεγάλα κύματα που εσήκωσε το βαποράκι της γραμμής που πέρασε προ ολίγου και άρχισε να καπνίζει το τσιγάρο του. H συγγνώμη, την οποία του έδωκαν, πολύ τον εχαροποίησε.
Σε δυο διαφορετικά παράθυρα ήταν δύο γυναίκες και τον έβλεπαν με ματιές διαφορετικές. H κόρη του έβηχε, έβηχε και γελούσε, ενώ έβλεπε τον πατέρα της ξαπλωμένο, και το εξησθενημένο πνεύμα της τίποτε δεν συλλογίζουνταν. H κ. Πουλχερία τον έβλεπε και έλεγε πως η συγγνώμη, την οποία δίδει κανείς, είναι πολύ γελοίο πράγμα. «Πώς τον συγχώρησα; Ήλθε πίσω η αδικοξοδευμένη νεότης μου, η Αγλαΐα μου έγινε πάλιν υγιής και ροδοκόκκινη;». H κ. Πουλχερία, η οποία συχνά δεν γελά, εγέλασε τώρα και εκείνη, όταν είδε μέσα στο καΐκι τόσο χαρούμενο τον κ. Μάρκο, διά την συγγνώμην την οποία έλαβε. Το γέλιο της κόρης απετέλεσαν μια παράξενη συμφωνία σπαρακτική μέσα στο σκοτεινό, ήρεμο και μεγάλο φαναριώτικο σπίτι.
O γείτονας ο δεσπότης, ο οποίος επότιζε μόνος του τα λουλούδια του, πετάχθηκε τρομαγμένος και σταυροκοπήθηκε, διότι πότε μα ποτέ δεν άκουσε δώδεκα τώρα χρόνια γέλια στο σπίτι της ζωντόνεκρης.
26.11.09
Ο καθρέφτης
.
Ξύπνησε, όπως πάντα, ένα τέταρτο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Δεν το είχε ανάγκη για να ξυπνάει, αλλά για ν' αποκοιμιέται... Το δυνατό, ρυθμικό τικ - τακ τού κρατούσε συντροφιά, τού έδινε την ψευδαίσθηση πως δεν ήταν μόνος στο δωμάτιο του άχαρου ξενοδοχείου.
Άρχισε να ξυρίζεται μ' αυτή την καταπληκτική μηχανή με μπαταρίες, που είχε αγοράσει, ενώ με το άλλο χέρι συγύριζε το δωμάτιο, για να το βρει η καμαριέρα τακτικό. Έβαλε ένα καθαρό πουκάμισο - κάθε δεύτερη μέρα άλλαζε - και ντύθηκε.
Τη στιγμή που έδενε τη γραβάτα του, χτύπησε το ξυπνητήρι. Χαμογέλασε στη σκέψη πως είχε μια κανονική ζωή, ένα σήμερα ολόιδιο με το χτες, μια συνέχεια τέλος πάντων. Οι ίδιες κινήσεις, οι ίδιοι θόρυβοι, το δρομολόγιο, η ίδια εργασία, η ίδια κάμαρα... Κάτι ήταν κι αυτό.
Τίποτε δεν είχε αλλάξει μέσα σ' αυτά τα χρόνια και αυτό ήταν ένα είδος επιτυχίας... Ήταν έτοιμος. Μα έλειπε το σπουδαιότερο: Το χτένισμα. Δεν μπορούσε ν' αποφύγει τον καθρέφτη όμως. Κάθε φορά που τον αντίκριζε, του ερχόταν στο νου η τέταρτη, αλλά και τελευταία επέτειος των γάμων του και ας είχε περάσει μια ολόκληρη δεκαετία από τότε. Πήρε την τσατσάρα κι έφτιαξε τη χωρίστρα του. Μια χωρίστρα κοινή, ανώνυμη, όπως και το ντύσιμό του, όπως οι κινήσεις του, οι εκφράσεις του, η ομιλία του, η συμπεριφορά του ήταν.
Την έστρωσε καλά - καλά και έπειτα, χωρίς να το θέλει - ποτέ του δεν το θέλησε - ξανάκουσε με τη φαντασία του τον τελευταίο του διάλογο με την Κάτια.
«Θεέ μου, πώς μπόρεσα και παντρεύτηκα τέτοιο τέρας σαν και σένα.! Και ήθελες να σου είμαι και πιστή... Πιστή μια γυναίκα σαν και μένα... Μια κυρία από σπίτι, με φινέτσα, με γαλλικά, με γνώσεις πιάνου, μια γυναίκα ραφινάτη και γλυκομίλητη... Τώρα αμέσως να πάρεις τα κουρέλια σου και να φύγεις. Βαρέθηκα τη ζήλια σου και κυρίως δεν αντέχω την ασχήμια σου. Κουράστηκα να πλένω τις φανέλες σου, τα πουκάμισά σου. Χάλασα τα χέρια μου, τα ωραία μακριά μου χέρια. Ξέρεις πώς με φώναζαν στο σχολείο; Πιανίστα. Εσένα πώς σε φώναζαν; Κουασιμόδο;
«Όχι, κερατά...»
«Παλιάνθρωπε, ανάγωγε! Πότε θα μάθεις τρόπους; Μάζεφτα και φύγε. Μα την ώρα που θα κατεβαίνεις, ρίξε μια ματιά στον καθρέφτη του ασανσέρ στο πρόσωπό σου. Εάν σου 'χει μείνει τόση δα ειλικρίνεια, τότες θα απορήσεις για την αντοχή μου. Θα αηδιάσεις με το θέαμα, όπως αηδίαζα κι εγώ κάθε φορά που μ' άγγιζες. Μου τα 'λεγε η καημένη η μαμά. "Κόρη μου, εσένα που σε προόριζα για πριγκιπόπουλο... θα πάρεις αυτό το ανθρωπόμορφο τέρας, με το μακρύ πιγούνι, τα τεράστια βοδινά μάτια, και αυτή τη σουβλερή μύτη... Καλά, δε λυπάσαι τον εαυτό σου. Αλλά δε λυπάσαι τα παιδιά σου; Αν πάρουν απ' αυτόν θα μοιάζουν κάτι μεταξύ ζώων και πτηνών". Μα να το λάθος μου, σε λυπήθηκα η ανόητη...».
«Με λυπήθηκες; Όσο για τη μητέρα σου, έχω το γράμμα της που μου 'χε στείλει από την Αιδηψό το πρώτο καλοκαίρι του γάμου μας. Έγραφε: "Να 'σαι καλά παιδί μου, που με απήλλαξες απ' αυτήν τη φαντασμένη, την ανισόρροπη την κόρη μου. Ο Θεός να σου δίνει κουράγιο. Με πέθανε τριάντα χρόνια..."».
«Τότε η καημένη η μαμά είχε αρχίσει να το χάνει. Αλλά, εσύ δε σέβεσαι ούτε τη μνήμη μιας πεθαμένης. Ξετσίπωτε, μηδαμινό, πανάσχημο πλάσμα. Σε τρώει ο φθόνος, γιατί ακόμα και η παραδουλεύτρα δεν αντέχει να σε κοιτάξει κατάματα. Δεν την αδικώ τη γυναίκα. Ενώ, εμένα με τριγυρίζουν παραγωγοί ταινιών...».
« Σε... αναποδογυρίζουν... τουλάχιστον απ' ό,τι είδα προ ολίγου».
«Έξω, έξω από το σπίτι αγριάνθρωπε. Αποτυχημένο τέρας».
Εδώ που τα λέμε, σκέφτηκε ξαναπερνώντας μηχανικά τη χτένα πάνω στα μαλλιά του, δεν είχε και πολύ άδικο. Ήταν αδιόρθωτα άσχημος. Μπορούσε όμως να μην του τα χε πει έτσι σκληρά. Μα δε βαριέσαι, αν δεν ήταν αυτή θα 'ταν μια άλλη... Κάποτε θα το μάθαινε. Όταν πείστηκε για την ασχήμια του, της έγραψε ένα γράμμα.
«Αγαπητή Κάτια,
Ακολούθησα τη συμβουλή σου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και επειδή μου έχει μείνει περισσότερη τιμιότητα απ' όση νομίζεις ανατρίχιασα. Τώρα σε δικαιολογώ για κείνα που είπες και έκανες στη θλιβερή επέτειό μας. Δεν έχω το δικαίωμα να σε ταλαιπωρώ εφ' όρου ζωής, γι' αυτό αποφάσισα να σου δώσω διαζύγιο. Με την ομορφιά σου και τις γνωριμίες σου, είμαι σίγουρος πως θα επιτύχεις. Αν θέλεις μπορείς να χρησιμοποιήσεις το γράμμα μου στο δικαστήριο.
Σου ζητώ συγνώμη για την ασχήμια μου και σ' ευχαριστώ που μου άνοιξες τα μάτια. Καλή τύχη.
Αλέκος».
Μετά μια βδομάδα χτύπησε το τηλέφωνο. Δεν πρόλαβε ούτε «εμπρός» να πει και την άκουσε να λέει: «Σε γέλασαν εξυπνάκια...».
Τι τα 'θελε και τα θυμόταν; Περασμένα ήταν. Φυσικά, δεν ήταν ο μόνος άσχημος στον κόσμο... Τέλος πάντων, ζούσε, εργαζόταν, πλήρωνε διατροφή, και με τη μοναχική ζωή του ξεπλήρωνε την ασχήμια του. Ευτυχώς παιδιά δεν πρόλαβε να κάνει κι έτσι δεν είχε τύψεις πως θα άφηνε τέτοια κληρονομιά στην κοινωνία. Το ελαττωματικό πρόσωπο άρχιζε με εκείνον και θα τελείωνε σε κείνον.
Κάθε μέρα που πέρναγε, ανακάλυπτε και κάτι άλλο επάνω του, που πριν δεν είχε προσέξει. Κείνο το πρωί είδε με φρίκη πως τ' αυτιά του ήταν δυσανάλογα μικρά. Πριν μια βδομάδα, πως το κούτελό του ήταν μεγάλο. Έπρεπε να πηγαίνει. Είχε αργήσει.
«Σας ζήτησε ο κύριος διευθυντής», του είπε η δακτυλογράφος.
Πέρασε το διάδρομο και έφτασε μπρος στην καφέ πόρτα. Χτύπησε διακριτικά. Ο διευθυντής σηκώθηκε:
«Αργήσατε, πρώτη φορά το κάνετε αυτό, αγαπητέ μου. Και εδώ σας περιμένουμε για κάτι σπουδαίο. Να σας συστήσω τον κύριο Λαμπ».
Ο Αλέκος γύρισε και μόλις τότε πρόσεξε την παρουσία ενός άγνωστου άντρα, λίγο παράξενα ντυμένου. Φορούσε κόκκινο σακάκι, μπλε παντελόνι, πράσινο ριγέ πουκάμισο και κίτρινο φουλάρι.
«Καθίστε», είπε ο άγνωστος με μια οικειότητα στο χώρο λες και το γραφείο ήταν δικό. Κάρφωσε τα μάτια του πάνω στο πρόσωπο του και έπειτα γύρισε προς τον διευθυντή.
«Είναι ο άνθρωπός μου. Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισα. Ζητώ την άδειά σας να του εξηγήσω περί τίνος πρόκειται. Οπως καταλάβατε από τ' όνομά μου, είμαι καλλιτέχνης».
«Νόμιζα πως είστε αλλοδαπός».
«Αν με βοηθήσετε λίγο θα γίνω διεθνής... Το επίθετό μου είναι Λαμπρινοπαπαδημητράκης. Μεγάλο και ασυνάρτητο. Αποφάσισα να λέγομαι Λαμπ. Είμαι σκηνοθέτης. Έχω γυρίσει πολλά έργα... για την ακρίβεια διαφημιστικά. Εξ ου και η γνωριμία μου με τον κύριο διευθυντή σας. Αλλά πάντα φιλοδοξούσα κάτι καλύτερο. Έγραψα ένα σενάριο για παλιές εκκλησίες. Γίνεται ένα Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους στο Λουξεμβούργο και αποφάσισα να συμμετάσχω. Χτες που σας είδα να βγαίνετε νόμισα πως ο Θεός σάς έριξε στο δρόμο μου. Στον ουρανό σάς γύρευα και στη γη σάς βρήκα. Θέλω να παίξετε στην ταινία μου. Να πρωταγωνιστήσετε».
«Την Παναγία των Παρισίων έχετε κατά νου», είπε βέβαιος πως τον ήθελε για το ρόλο του Κουασιμόδου.
«Έχετε χιούμορ και αυτό είναι κάτι που εκτιμώ πολύ. Αλλά ας μιλήσουμε σοβαρά. Ο κύριος Γιαννάκης θα σας δώσει άδεια άνευ αποδοχών όσο θα κρατήσουν τα γυρίσματα. Από μένα θα πληρωθείτε αδρά. Όλα τα είχα έτοιμα, μόνο ένα πρόσωπο σαν το δικό σας μου έλειπε. Μπορούμε ν' αρχίσουμε από αύριο».
«Μπορείτε κύριε Λαμπ, έκανε έντρομος ο Αλέκος, να επαναλάβετε τι ήταν εκείνο που σας έλειπε;».
«Σας είπα. Ένα πρόσωπο σαν το δικό σας. Αυτά τα μεγάλα μελαγχολικά, γλυκά μάτια, αυτή η μύτη, ίσια, λεπτή αντρίκεια, μύτη, μύτη αγίου ή κατακτητού. Μοιάζετε με βυζαντινή εικόνα. Θα σας κάνω ένα "άγιο" Δον Ζουάν, που θα ξεναγεί στην παλιά εκκλησία, τις όμορφες, προκλητικές αλλά άπιστες τουρίστριες. Και κείνες θα γονατίζουν μπρος στη γοητεία του και θα πιστεύουν στο Θεό, σε σας, στο θαύμα. Θα γίνει πάταγος. Θα πάρουμε το πρώτο βραβείο, να 'στε σίγουρος».
Ο Αλέκος ένιωσε τη δεξιά φλέβα στον κρόταφο να τον τσιμπά, έπειτα ένα θόρυβο, έναν εσωτερικό θόρυβο απ' το αίμα που ανέβαινε με ταχύτητα στο κεφάλι του. Θα πάθαινε συμφόρηση και δε θα 'χει προλάβει να μιλήσει, να τους ξεσκεπάσει. Μάζεψε όση δύναμη του απέμενε.
«Κύριε Διευθυντά. Μην πιστεύετε τίποτα. Ολα είναι σκευωρία της γυναίκας μου. Δε με συγχωρεί για την ασχήμια μου. Με μισεί. Καιρός είναι να με λυπηθεί. Να πείτε παρακαλώ στο συνεργό της να μη με κοροϊδεύει. Ελεος επιτέλους, δε φταίω που γεννήθηκα έτσι.. Ξέρω πως είμαι αποκρουστικός, πως το κούτελό μου μοιάζει με διάδρομο προσγείωσης, πως τ' αυτιά μου είναι μικρά και τα μάτια μου σαν και κείνα του βοδιού. Όσο για τη μύτη μου, ο θεός να με λυπηθεί... Ας μ' αφήσουν ήσυχο. Κύριε Γιαννάκη, πεθαίνω ή λιποθυμώ», είπε και σωριάστηκε στο πάτωμα πριν προλάβουν οι δύο άντρες να τον συγκρατήσουν. Ο κύριος Γιαννάκης φώναζε σαν υστερικός «γιατρό! γιατρό!», ενώ ο κύριος Λαμπ έσκυψε πάνω του και τον περιεργαζόταν.
«Μια χαρά τ' αυτιά του και το κούτελό του υπέροχο. Τι να έπαθε ο άνθρωπος; Συγκίνηση. Μα γιατί συγκινούνται όλοι όταν τους προτείνουμε να παίξουν στον κινηματογράφο; Αυτός, πάντως, το παράκανε. Ελπίζω να μην πέθανε».
14.11.09
Η σκιά

Τα βράδια κοιμάμαι με ένα όνειρο ακουμπισμένο στα βλέφαρα. Ελαφρύ, δεν λέω, μα επίμονο. Δεν είναι λίγες οι φορές που κάνω την κίνηση να το τρομάξω, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ξαπλώνει.
Ανοίγω ξαφνικά τα μάτια μου, να τρομάξει, να πεταχτεί μακριά, τα βλέφαρα να αφήσουν. Τις νύχτες που έχει φεγγάρι παίζω, μην τύχει και μου φύγει στ΄ αλήθεια. Το σκοτάδι φοβίζει και τη ζωή ακόμη.
Μια βραδιά σαν τη χθεσινή ήτανε η πρώτη φορά, και το φεγγάρι, θυμάμαι, φώτιζε και τις πιο σκυμμένες επιθυμίες. Τότε τα μάτια τρόμαξαν περισσότερο. Τ΄ όνειρο σηκώθηκε, τεντώθηκε και ξάπλωσε πάνω στη σκιά μου.
Αχ και να ΄ξερες πόσο Σου μοιάζει. Γι΄ αυτό κάθε βράδυ με πανσέληνο παίζω. Τις άλλες σφαλίζει τα μάτια μου σαν χάδι περιμένοντας τη στιγμή που το σκοτάδι παραδίνεται και σκιά γίνεται να ενσαρκώσει το πλάσμα της αγάπης μου.
28.10.09
Ένα φιλί μέσα από τα σίδερα
Ήμουνα πια σίγουρη πως θα ΄ρχότανε κείνο το βράδυ, μα δεν είπα τίποτα. Κι εκείνος ήτανε σίγουρος πως θα ΄ρχότανε, μα όχι πριν τη Δευτέρα. Και κοιμηθήκαμε. Ακόμα και κείνη τη νύχτα κοιμηθήκαμε. Στον ύπνο μου άκουσα κλειδιά. Ήτανε ακόμα στην αυλή, μα άκουσα το βρόντημα των κλειδιών. Τινάχτηκα πάνω και φώναξα το Νίκο. Είχε ακούσει και κείνος. «Ε, ναι, έρχονται» μου αποκρίθηκε. Τους είδα. Ανοίξανε όλα τα κελιά εκτός από το δικό μου. Ο Νίκος ζήτησε να με δει. Δεν μου ανοίξανε. Μας αφήσανε το παραθυράκι με τα σίδερα για να αποχαιρετιστούμε. Είδα το αίμα να χάνεται από το πρόσωπό του όταν κοιταχτήκαμε και ξέραμε πως δεν υπήρχε για μας άλλη μέρα … Ο Νίκος έγειρε κοντά μου. «Πρέπει να ζήσεις, μου ΄πε, πρέπει» … Μου ΄δωσε το ρολόι, το στυλό, το πορτοφόλι με τις φωτογραφίες. «Πάμε» είπε ο επικεφαλής. Ένα φιλί μέσα από τα σίδερα…
13.9.09
Γαϊτανάκι
Μια φορά, δεν πάει καιρός, ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, κάπου εδώ κοντά, ένας άνθρωπος πολύ σοφός και πολύ γέρος. Η πλάτη του ήταν σκυφτή, τόσο σκυφτή, που η άσπρη του γενειάδα άγγιζε τη γη. Είχε διαβάσει τα βιβλία όλου του κόσμου και είχε μάθει τις γλώσσες όλων των ανθρώπων. Ζούσε απόμερα, σ’ ένα μικρό σπιτάκι, ολομόναχος. Στον κήπο του φύτρωναν κι άνθιζαν όλων των λογιών τα λουλούδια: τριαντάφυλλα, τουλίπες, μαργαρίτες, κυκλάμινα, ζουμπούλια κι όμορφα κατακόκκινα γαρίφαλα.
Οι συχωριανοί του πολύ τον αγαπούσαν κι όλοι τον φώναζαν: ο κυρ Νικόλας ο Γαρίφαλος. Κάποιο δειλινό, όταν ο ήλιος καλησπέριζε τη νύχτα που σκαρφάλωνε πίσω από το βουνό, τρία κοριτσάκια πέρασαν μπροστά από τον κήπο του κυρ Νικόλα, τραγουδώντας τούτο το όμορφο τραγούδι:
Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Ο γερο-σοφός, κείνη την ώρα, πότιζε τα λουλούδια του. Σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε στα παιδιά. Το γέρικο ρυτιδιασμένο χέρι του τους έγνεψε φιλικά.
– Καλησπέρα, κυρ Νικόλα, του φώναξαν τα κοριτσάκια, και χάθηκαν στη στροφή του δρόμου.
Όταν τέλειωσε το πότισμα, ο κυρ Νικόλας μπήκε στο σπίτι του και κάθισε στο γραφείο του. Μια στοίβα χοντρά βιβλία τον περίμενε. Έπρεπε να τα διαβάσει… Τι παράξενο όμως, εκείνο το βράδυ, όσο κι αν πάσχιζε να συγκεντρωθεί, δεν τα κατάφερνε. Ο λογισμός του έτρεχε αλλού: στα τρία κοριτσάκια, στο τραγούδι τους.
Χρόνια τώρα ζούσε ευτυχισμένος με τα βιβλία του, τα λουλούδια του, ολομόναχος, και ξάφνου η μοναξιά τού φάνηκε αβάσταχτη. Κατάλαβε πως η ζωή του έφτανε στο τέρμα της, νοστάλγησε τα νιάτα του.
Ήταν πολύ λυπημένος εκείνο το βράδυ ο καλός κυρ Νικόλας. Κουνούσε το χιονισμένο του κεφάλι και μιλούσε δυνατά: «Είμαι μόνος, κανένας δεν μπορεί να με βοηθήσει, κανέναν δεν μπορώ να βοηθήσω με τις χίλιες γνώσεις μου. Είμαι άχρηστος. Ας ήμουν τουλάχιστο νέος, ας είχα τη δύναμη να ξανάρχιζα τη ζωή μου, θα μπορούσα…»
Μονομιάς το πρόσωπο του κυρ Νικόλα φωτίστηκε. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα κι άρχισε να χώνει βιαστικά κι ανάκατα μέσα σε μια βαλίτσα τα πράματά του. Λίγα ρούχα, το χτένι του, το σαπούνι, ένα ζευγάρι μάλλινες κάλτσες, τις παντόφλες του…
Την άλλη μέρα το πρωί, οι χωριανές, ανοίγοντας τα παραθυρόφυλλά τους, είδανε ξαφνιασμένες τον κυρ Νικόλα, που ποτέ δεν είχε βγει τόσο νωρίς, να κατευθύνεται προς το σταθμό του τρένου.
«Πού να πηγαίνει ο γερο-Γαρίφαλός μας;» αναρωτήθηκαν.
Ο σταθμάρχης τον χαιρέτησε με σεβασμό και τον βοήθησε ν’ ανέβει στο βαγόνι. Ακούστηκε ένα σφύριγμα, η ατμομηχανή ξεφύσηξε δυνατά, κι οι τεράστιες ρόδες άρχισαν να κυλάνε πάνω στις σιδερένιες ράγες. Ώρες πολλές, τσαφ-τσουφ-τσαφ-τσουφ, και το τρένο έφτασε στη μεγάλη πόλη με τους πολλούς ανθρώπους και τα πολλά αυτοκίνητα. Ο γερο-σοφός σάστισε, ζαλίστηκε από τη φασαρία και την κίνηση, αλλά δεν κοντοστάθηκε. Τράβηξε κατευθείαν για το σπίτι του ξακουσμένου γιατρού Ξανανιώνη. Καθόταν στο γραφείο του, φορώντας την κάτασπρη μπλούζα του. Ήτανε νέος και όμορφος.
– Γιατρέ, του είπε αμέσως ο κυρ Νικόλας, δεν είμαι άρρωστος. Είμαι γέρος, πολύ γέρος. Έρχομαι σε σας για να μου δώσετε τα χάπια «Νεοζίλ», που δίνουν ξανά νιάτα και δύναμη. Θέλω να εξαφανιστούν οι ρυτίδες μου, θέλω το κορμί μου να γίνει εικοσάχρονο.
Ο γιατρός έσμιξε τα φρύδια.
– Αυτά τα χάπια είναι σπάνια και κοστίζουν ακριβά. Έχετε τόσα πολλά χρήματα για να τ’ αγοράσετε;
– Γιατρέ μου, είμαι απένταρος, κι όμως τα θέλω. Θα σας εξηγήσω αμέσως γιατί τα θέλω. Χτες το βράδυ, έτσι ξαφνικά, μια θαυμαστή Ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό μου. Η Γη μας είναι στρογγυλή με 40.000 χιλιόμετρα περιφέρεια. Κάπου τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι την κατοικούν. Έκανα ένα μικρό, απλό υπολογισμό: Αν όλοι οι νέοι όλου του κόσμου, αγόρια και κορίτσια, δώσουν τα χέρια μιαν ορισμένη μέρα, σε μιαν ορισμένη στιγμή, μπορούν να φτιάξουν ένα γαϊτανάκι γύρω από τη Γη, κι όλοι μαζί, αγαπημένοι, να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Πρέπει να γίνω νέος και δυνατός. Θα κάνω το γύρο του κόσμου και θα μιλήσω σ’ όλους για την Ιδέα μου και είμαι σίγουρος πως θα την καταλάβουν και θα τη δεχτούν.
Ο γιατρός άκουσε προσεχτικά το γερο-Νικόλα, ύστερα σηκώθηκε, άνοιξε μια μεγάλη ντουλάπα γεμάτη γιατρικά κι έβγαλε ένα μικρό κουτί.
– Ορίστε, του είπε, σας χαρίζω τα «Νεοζίλ». Η Ιδέα σας μου αρέσει. Πάει τόσος καιρός που δεν τραγούδησα, δε χόρεψα. Πολλοί οι άρρωστοι, πολλές οι έγνοιες. Την ημέρα που θα γίνει το γαϊτανάκι, ειδοποιήστε με, θα ’θελα κι εγώ να μπω μες στο χορό.
Ο κυρ Νικόλας, κρατώντας σφιχτά το πολύτιμο κουτί, ευχαρίστησε τον καλό γιατρό και βγήκε στους δρόμους της πολύβουης πόλης. Ένιωθε χαρούμενος και του φαινόταν πως όλοι οι περαστικοί τού χαμογελούσαν καλοκάγαθα, λες και μάντευαν τις φωτεινές σκέψεις του.
Μπήκε σ’ ένα ξενοδοχείο, ζήτησε να του δώσουν ένα δωμάτιο και, πριν ξαπλώσει, κατάπιε τρία χάπια, πίνοντας ένα μεγάλο ποτήρι νερό, κι αποκοιμήθηκε…
Την άλλη μέρα ξύπνησε από τα χαράματα. Ένιωσε καλοδιάθετος, θέλησε να χαϊδέψει τα γένια του. Το χέρι του όμως άγγιξε ένα δροσερό μάγουλο.
Πήδηξε μεμιάς από το κρεβάτι και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τι μεταμόρφωση! Ήταν νέος κι όμορφος. Του ήρθε να φωνάξει από χαρά.
Σήκωσε με το χέρι μια καρέκλα, πήδηξε πάνω στο τραπέζι, σβέλτα ξανακατέβηκε, έδωσε μερικές μπουνιές στον αέρα. Ήταν νέος και δυνατός, τι τον ένοιαζαν τα εκατό του χρόνια!
[ Ο κυρ Νικόλας ταξίδεψε σε πολλά μέρη και αντάμωσε ανθρώπους από όλες τις φυλές της γης. Οι πιο πολλοί τον δέχτηκαν με χαρά και υποσχέθηκαν να πάρουν μέρος στο χορό σα θά ’ρθει η ώρα. Βρήκε όμως και σκληρούς ανθρώπους, που του φέρθηκαν άσχημα. Ένας μάλιστα κακός αρχηγός μιας μεγάλης χώρας τον έκλεισε δεκαπέντε μέρες στη φυλακή, γιατί τον νόμισε επικίνδυνο για την ησυχία της χώρας του. ]
Όταν βγήκε ο κυρ Νικόλας από τη φυλακή, βιάστηκε να κερδίσει το χαμένο καιρό. Δούλεψε σκληρά για να βγάλει τα χρήματα που χρειάζονταν για όλα τα τηλεγραφήματα που έστειλε σε όλον τον κόσμο για να αναγγείλει τη μέρα και την ώρα που θα γινόταν το γαϊτανάκι.
Παντού έστειλε μηνύματα, στις άκριες της σφαίρας.
«Θα χορέψουμε και θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί, στοπ. Την πρώτη μέρα της Άνοιξης, στοπ. Δώστε τα χέρια, στοπ.»
Δεν ξέχασε κανέναν, ούτε κι αυτούς που του είχαν πετάξει πέτρες. Ποιος ξέρει, ίσως την τελευταία στιγμή να μετάνιωναν και νά ’διναν κι αυτοί το χέρι.
Επιτέλους έφτασε η πρώτη μέρα της Άνοιξης! Η Γη στολισμένη την περίμενε. Τα λουλούδια είχανε ντυθεί με χίλια χρώματα και τα πουλιά τραγουδούσανε τα πιο όμορφα τραγούδια τους. Ο ουρανός ήταν ασυννέφιαστος κι ο ήλιος έλαμπε μ’ όλη τη δύναμή του, φωτίζοντας τις ομορφιές της πλάσης.
Με μια κίνηση, κορίτσια κι αγόρια απ’ όλες τις χώρες, απ’ όλες τις φυλές, δώσανε τα χέρια κι άρχισαν να χορεύουν τραγουδώντας:
Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Ο Νικόλας κοιτούσε με μάτια θαμπωμένα από τα δάκρυα. Χιλιάδες νέοι περνούσαν μπροστά του. Τους είχε συναντήσει στα ταξίδια του. Γαλανομάτηδες με ξανθά μαλλιά, μελαχρινοί με μαύρα μάτια, νέγροι με κάτασπρα δόντια, Κινεζούλες με τραβηγμένα μάτια, ερυθρόδερμοι με πολύχρωμα φτερά δίνανε τα χέρια σ’ αυτό το γαϊτανάκι που αγκάλιαζε τη Γη. Τους άκουγε να τραγουδάνε, να μιλάνε, να γελάνε και να φωνάζουν. Ο Γιόχαν έσφιγγε το χέρι του Γιάννη και έλεγε: «Πόσο κουτοί ήμασταν να μη μιλάμε ο ένας στον άλλον. Μοιάζεις του αδελφού μου». Ο Γιάννης έλεγε: «Δε θα είμαι πια μόνος τα βράδια του χειμώνα, θα κάνουμε παρέα και θα λέμε ιστορίες».
Οι φωνές των νέων ήταν τόσο δυνατές που γκρέμισαν τους τοίχους όλων των φυλακών και οι φυλακισμένοι ξεχύθηκαν λεύτεροι και πιάσαν το χορό και το τραγούδι με τους άλλους νέους της Γης.
Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Αν όλα τα παιδιά της γης
φωνάζαν τους μεγάλους
κι αφήναν τα γραφεία τους
και μπαίναν στο χορό
ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και δυο φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Θα ’ρχόνταν τότε τα πουλιά
θα ’ρχόνταν τα λουλούδια
θα ’ρχότανε κι η άνοιξη
να μπει μες στο χορό
κι ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και τρεις φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ!
24.8.09
Την επόμενη μέρα

Άκουγε ταραγμένη αυτό το ερείπιο, φωταγωγημένο από ολόκληρη την ασχήμια του γήρατος και του γοργά επερχόμενου θανάτου.
«Μου ζητάς το υπεράνθρωπο», του είπε. «Πόσο ακόμη ν΄ αντέξω! Κι ακόμη με αναγκάζεις, εγώ, που από πάντα μου ήμουν τόσο περήφανη και ποτέ μα ποτέ δεν μίλησα σε κανέναν, τώρα πια να μιλήσω. Γιατί είσαι ο μόνος απ΄ όλον τον κόσμο που γνωρίζει την αρχή, τη μέση και το τέλος της θλιβερής μου ζωής. Γιατί εσύ το προκάλεσες.»
Σώπασαν και κοιτάχτηκαν βαθιά και τις επόμενες φορές μίλησαν για άλλα.
Ο καιρός κύλησε γρήγορα, με τον τρόπο που έχει ο θάνατος να ξεφεύγει της προσοχής σου, ακόμη κι όταν είναι τόσο παρών. Και μια γλυκιά φθινοπωριάτικη μέρα κηδεύτηκε αυστηρά μεταξύ των οικείων του.
Στο νωπό χώμα εμφανίσθηκε την επόμενη μέρα μια γυναίκα με γκρίζα μαλλιά. Η τσακισμένη της φιγούρα ήταν γονατισμένη στη θέση που ήταν το κεφάλι του νεκρού, και με τα χέρια έσκαβε λάκκο βαθύ και μαλακό. Έβγαλε απ΄ την τσάντα της κάτι που από μακριά έμοιαζε με νυστέρι και, αφού το έμπηξε στο μεσιανό της δάχτυλο, στο αριστερό πρώτα και ύστερα στο δεξί –το δάχτυλο ακριβώς με το οποίο ευλογεί ο Χριστός τα πλήθη-, τα ζούληξε να στάξουνε παχιές, πυκνές αιμάτινες σταγόνες. Κι αμέσως τάπωσε τον ανοιγμένο λάκκο μ΄ ένα κομμάτι γης που είχε φέρει μαζί της. Επάνω του ξεφύτρωναν εκείνα τα λουλούδια που μοναχά με την πανσέληνο ανοίγουν μια νύχτα μαγική.
Έσκυψε κι άλλο, έβγαλε απ΄ τον κόρφο της ένα μικρό βιβλίο και διάβασε αργά τα λίγα λόγια που ο τρομοκρατημένος νεωκόρος ήταν φύσει αδύνατο ν΄ ακούσει απ΄ τη γωνιά που έστεκε ώρα κρυμμένος και παρακολουθούσε τη σκηνή.
Νιώθοντας πως η άγνωστη δεν τον πήρε χαμπάρι, ξεγλίστρησε να τα πει του παπά, που αμέσως αντιλήφθηκε το νόημα της τελετής. «Κάποτε υπήρχε η πυρά για ετούτες», είπε σταυροκοπούμενος. Αλλά, παρ΄ όλη τη σπουδή του, δεν την πρόλαβαν. Η άγνωστη είχε χαθεί και η περιγραφή του νεωκόρου δε στάθηκε ικανή να εντοπίσουν οι αρχές την ύποπτη.
16.8.09
Οι ανυφάντρες δίχως άντρα
Είναι τα τελευταία δέρματα: λιγόστεψαν τα βιγόνια, λιγόστεψε και το κυνήγι των προβατοκαμήλων, γι΄ αυτό κι οι άντρες παν να βρουν δουλειά στο ζαχαροκάλαμο, κατά το Τουκουμάν, και στη Χιλή. Μπορεί να τους καλούν κι οι μάγισσες του Φαματίνα, τις ήσυχες νύχτες, όταν ακούγεται κείνο το τραγούδι, σαν πεθαμένου, που υπόσχεται το χρυσάφι και τον αμέθυστο, κρυμμένο μέσα σε πέτρα. Οι άντρες πιστεύουν πώς είναι το τραγούδι της αγάπης και του πλούτου, και τρέχουν. Φεύγουνε σαν δραπέτες, άλλο από το μονοπάτι του Ινδιάνου, άλλοι από του βοριά τα μέρη, μόλις μυριστούν τον Ζούντα, το ζεστό αγέρι, αρμυρό από τον ιδρώτα της γης.
Μια νύχτα που τις Ανσέλμα της φάνηκε πως άκουσε τις πατούσες του πούμα, βγήκε στο ξάστερο και είδε μια ξένη μάγισσα να χτενίζεται σιγοτραγουδώντας. Από το τραγούδι της κατάλαβε πως ήταν από το Φαματίνα. Στα μαλλιά της είχε χρυσαφένιες καρφίτσες, που σπιθοβολούσαν σαν του θειαφιού τη θράκα. Όταν η Ανσέλμα γύρισε στην καλύβα της, βρήκε τον άντρα της να ετοιμάζεται. Είχε χρυσά τσιμπήματα σ΄ όλο το κορμί και μάτια σαν καρφίτσες.
«Γιατί παίρνεις το γαϊδούρι;» τον ρώτησε. «Θα γυρίσω αμέσως», της απάντησε. Η Ανσέλμα όμως ήξερες πως πήγαινε για το Τσιλεσίτο και πως δε θα ξαναγυρνούσε.
Σε λίγο έφυγε και ο γείτονας, και τ΄ αδέρφια, και τα ξαδέρφια και τ΄ αγόρια του γείτονα. Ακόμα και τα κοπέλια, μόλις ξετινάζονταν λιγάκι, άρχιζαν να κοιτάζουν μακριά. Και μια κάποια νύχτα χάνονταν.
Δίχως άλλο, στο Φαματίνα υπήρχε χρυσάφι. Υπάρχει, χωρίς αμφιβολία. Το βρήκε ο Ανισέτο, αυτός που γκρεμοτσακίστηκε. Ακόμα και ο πέτρινος σταυρός, που σηκώσανε στη μνήμη του. Έχει μέσα του μια χρυσή φλέβα. Τα δισάκια του Ανισέτο ήταν φορτωμένα χρυσάφι, όταν κατρακύλησε στα κατσάβραχα που τον πλάκωσαν. Και ο Λεόνσιο είχε το ζουνάρι του γεμάτο κουκούτσι από χρυσάφι, όταν το έφραξε στη σπηλιά μιας μάγισσας ένα κοτρόνι του βουνού.
Ο Σίριλο φόρτωνε φτυαριές το χρυσάφι, κι αυτό ξαναγινότανε. Ένας αμούστακος, που πήγαινε για νερό, πρόφτασε και τον είδε, με τα πέντε μουλάρια του φορτωμένα, ψηλά στο μονοπάτι του Ινδιάνου, στην πλαγιά του Μιράντα. Τον είδε λίγο πριν γκρεμιστεί, με τα δισάκια του να βγάζουν σπίθες στον ήλιο. Κι αυτό του συνέβηκε γιατί δεν πήρε φυλακτό του την Παναγιά του Κάμπου, από φόβο μήπως θυμώσει το Βρέφος-Δήμαρχος [σ.τ.μ. θεότητα των Ινδιάνων], που πάλι ξέχασε να το πάρει, γιατί δεν ήταν της θρησκείας του. Ο αμούστακος είπε πως οι μούλες, τώρα λεύτερες, χλιμίντριζαν σηκωμένες στα πισινά τους, σαν κατσίκες, και πως καθώς ξύνονταν στα μαλαματένια βράχια, τους φύτρωναν γυναικεία μαστάρια. Μα, ποιος θα πιστέψει τους αμούστακους, που δεν είναι ούτε κοπέλια ούτε άντρες. Και δεν είναι μυστικό πως στο φως του φεγγαριού καθετί αστραφτερό τους φαίνεται γυναίκας κόρφος.
Λέγοντας και ξαναλέγοντας ιστορίες οι ανυφάντρες, τις κάμανε παράδοση. Λέγανε πως το Βρέφος-Δήμαρχος παρουσιάστηκε στη Σιγκισμούντα, με το σκήπτρο και το χρυσό του πόντσο, και της φανέρωσε πως ο άντρας της είχε παντρευτεί μιαν άλλη, από αυτές του Φαματίνα. Λέγανε πως μια νύχτα ο Αι Νικόλας, από τη Ριόχα, είπε στο αυτί της Ανατίλδε πως ο Αβελίνο, παραφορτωμένος όπως ήταν, γκρεμοτσακίστηκε στην Πλαγιά του Χουάκο. Πέφτοντας στον φεγγαρόκαμπο, τον παρέλαβε η Κυρα-΄Ισπα, τον έλουσε με ασημόνερο και τον στέγνωσε με τεμπεσίρι, για να καθαρίσει και το χρυσάφι του, και ν΄ αστράφτουν περισσότερο κι από τη φεγγαρίσια πέτρα.
Οι ανυφάντρες πλένανε τώρα το μαλλί, μα η μικρότερη, η Ουλόχια [σ.τ.μ. Ουλόχια, Ουσέβια, είναι τα ελληνικά ονόματα Ευλογία, Ευσεβία, κ.τ.λ., που μετέφεραν στη Ν. Αμερική οι καθολικοί ιερείς], μάδιζε ακόμα ένα δέρμα γεμάτο χώματα με τόση δύναμη, που το ΄σκισε στα δυο. Καλή της τύχη που ήταν προβατοκαμήλας, γιατί αν ήταν από βιγόνι, οι άλλες θα πέφτανε απάνω της, κι ένας Θεός ξέρει ως που θα φτάνανε. Όχι πως δεν το σκέφτηκαν· αλληλοκοιτάχτηκαν, όμως καμιά δεν θέλησε να κάνει την αρχή.
Απλώνουν τώρα το πλυμένο μαλλί πάνω στις πέτρες, να στεγνώσει, ένας κουρασμένο αγέρι, με μυρωδιά μακρινής χώρας, σιγοανεβαίνει. Στην καθεμία τους φέρνει θύμησες από τον άντρα της που, ζωντανός ή πεθαμένος, βρίσκεται ποιος ξέρει πού, και με ποιαν. Όσες είναι ακόμα κοπελιές, περιμένουν κάποιον άγνωστο, που μπορεί να ΄ρθει να τις ζητήσει, ή ονειρεύονται φευγάλες με κάποιον αμούστακο, απ΄ αυτούς που σιγά σιγά γίνονται άντρες. Μόλις όμως αντρωθούν, φεύγουν μόνοι τους και στο σκοτάδι.
Το απομεσήμερο προχωράει σίγουρο, σαν τα χέρια των ανυφάντρων, και ο ήλιος πάει να γείρει πίσω από τη μαύρη ράχη. Το μαλλί θα μείνει εκεί, στο ξάστερο, πάνω στις πέτρες. Το πρωί θα του δώσουν το τελευταίο κοπάνισμα για να το μαλακώσουν, κι ύστερα θ΄ αρχίσουν το κλώσιμο και το φάσιμο. Οι γυναίκες τώρα γυρνούν στις καλύβες τους, όπου δεν ακούγεται κλάμα μωρού. Το ασημένιο ποτήρι με τα μάτε φτάνει στα χέρια του αμούστακου, που τεντώνεται με τα μάτια γεμάτα δυσπιστία.
Πρώτες το άκουσαν αυτές που κάθονταν στις καλύβες του νότου. Τώρα όμως ακούγεται ν΄ ανεβαίνει απ΄ όλη την πλαγιά, σιγανό, ανέμελο, ένα σφύριγμα μακρόσυρτο, τεμπέλικο, σαν ένα λάσο, που κλωθογυρίζει και πέφτει στη χαράδρα, στο βάθος κάθε χαράδρας, για να σηκωθεί και πάλι, και πάλι ν΄ ακουστεί. Σφύριγμα διαπεραστικό, σφύριγμα σερνικό.
Οι ανυφάντρες βγήκαν στις πόρτες των καλυβιών τους, και σαν να τις τύφλωσε και να τις κούφανε το αστροπελέκι, πήρανε τον κατήφορο και φτάσανε στο δρόμο. Το σφύριγμα όσο πάει μεγαλώνει, μελωδικό, περήφανο, σαν τη φραγκοσυκιά, γλυκό σαν τον καρπό της, αντρίκιο σφύριγμα.
Τώρα οι γυναίκες σιωπάς και στραβοκοιτάζονται, γεμάτες υποψία. Οι νεότερες συγυρίζουν τα ξεβαμμένα φουστάνια τους, με τα επιδέξια χέρια που ξέρουν να φαίνουν πόντσος. Αν πήγαιναν, να φορέσουν το κυριακάτικό τους φουστάνι, αυτό που φυλάγουν στο σεντούκι, για τη μέρα που θα πάνε στη σπηλιά της Παναγιάς του Κάμπου; Μπορείς να ΄χουν ακόμα καιρό, όμως δεν τον αποφασίζουν. Το σφύριγμα φουντώνει, αγκαλιάζει τα βουνά. Η Ουλόχια έχει αυτή δεύτερο φουστάνι, κόκκινο, που το φυλάει κάτω από το κλινάρι του καλυβιού της. Το φουστάνι αυτό αφήνει ένα μεγάλο άνοιγμα στο στήθος. Γυρνάει ξάφνου τις πλάτες της, και με το μαχαίρι που κρατάει για τις φραγκοσυκιές, ανοίγει μια κοψιά στο φουστάνι που φοράει, ως τα μεστά της στήθια. Ένα σκοτεινό και υποψιασμένο αγέρι ανεμίζει τα μαλλιά και τις φούστες των άλλων γυναικών.
Η Ουλόχια είναι η πρώτη που τον είδε, σε μια στροφή του δρόμου. Οι άλλες αντίκρισαν τη ματιά του κι ανέβηκαν στα κοτρόνια για να δουν καλύτερα: ένας άντρας καβάλα σ΄ ένα γαϊδούρι. Τώρα το τραγούδι ανεβαίνει ηδονικό, ύπουλο, σφύριγμα που σκάει στις πέτρες και τα πουκάμισα των γυναικών, και τα κάνει να τρίζουν. Είναι ξένος. Δε μοιάζει με τους άλλους, που φύγανε σιωπηλοί, κοιτάζοντας μακριά, όλο μακρινότερα. Αυτός είναι πιο νιος, όσο ποτέ δεν ήταν οι άλλοι, και πρέπει να ξέρει πράματα καινούρια και παλιά, και ξέρει να τ΄ ανιστορεί. Στο ένα του χέρι κρατάει, σαν καμουτσί, μυροβότανο. Δεν βλέπουν να ΄χει ούτε λάσο ούτε μαχαίρι.
Κρυμμένες μέσα στους ξερούς βάτους τον βλέπουν να περνάει σφυρίζοντας, χωρίς να τις βλέπει. Κράαακ, η Ουλόχια σπάει με δύναμη ένα βροντόλαλο κλωνάρι, ο ξένος ωστόσο δε σταματάει, και μόνο γελάει από μέσα του, μόνο με τα μάτια.
Ύστερα το σφύριγμα, σιγά σιγά, γίνεται ψιλή κλωστώ, ατέλειωτη, σαν ποτάμι ζωγραφιάς, που δεν ξεραίνεται ποτέ του. Κάτι τέτοιο είναι κι ο ξένος.
Η Ουλόχια πετιέται από τη βίγλα της. Τώρα βρίσκεται στο δρόμο. Στραβοκοιτάζει τις άλλες. Απάνω της πέφτουν και βαραίνουν τα μάτια των άλλων. Ακόμα και οι γριές, σωστές ξυλόριζες, ρίχνουν ματιές δικαστή και ενωματάρχη. Η Ουλόχια προβαίνει ακόμα ένα βήμα. Είναι σα να πάτησε αλεποπαγίδα. Ανσέλμα και η Ανακλέτα, η Ουσέβια, η Σιγισμούνδα, η Ουχένια και η Αναστασία, πηδάν κι αυτές στο δρόμο. Η Ουλόχια περιμένει, βαριανασαίνοντας, όμως ήσυχη, καθώς το μακρινό, μισοσβησμένο, ξεμακραίνει, ζεστό, στερνή ανάσα του ήλιου, κάπου πιο κάτω, στα λαγόνια της γης.
Ύστερα, μόνο η κρύα νύχτα και η σιωπή, που την σπάζουν οι φωνές των άγριων πουλιών. Οι πιο γριές κι οι πιο μικρές, γυρνούν στα καλύβια τους, όμως η Ουλόχια, όπως και Αναστασία, στέκονται κει, επίμονα, και κρυφοκοιτάζουν η μια την άλλη. Το σκοτάδι βαστάει πιότερο από το φως…
T΄ αστέρια στραφταλιάζουν δυνατά, και στην καθεμιά τους λένε και μιαν ιστορία: για ξεραμένες κοίτες, για εκκλησιές με τρούλους καμωμένους από σφυρίγματα, για διαβόλους που γέρνουν πάνω στα μάτια των κοιμισμένων γυναικών, για τις αλοιφές που γίνονται με δάκρυα κατσικιών. Κρίμα, που δεν ακούγεται ούτ΄ ένα γέλιο στρίγγλας, ένα γέλιο, που ίσως και να το περίμεναν οι ανυφάντρες.
Κατά τα ξημερώματα ξανακατεβαίνουν οι γριές και οι κορούλες. Φαίνονται ακόμα πιο αδύνατες μέσα στο αδύνατο φως της χαραυγής, που μόλις αγγίζει την πλαγιά.
-Προχωρήστε, λοιπόν, τι χασομεράτε, μας περιμένουν τα μαλλιά κατάστεγνα. Είναι καιρός ν΄ αρχίσουμε το λανάρισμα. Κι ύστερα το γνέσιμο –είπε μια γριά.
Κουβαλούν τα σύνεργα και μοιράζουν τους κόπανους. Ξάφνου ακούγεται, πολύ μακριά, το σφύριγμα.
Αδύναμο τώρα και τρεμάμενο, σαν κραυγή φτωχού πουλιού, σε τούτο το ξημέρωμα χωρίς πουλιά. Είναι το ίδιο το χθεσινοβραδινό τραγούδι, όμως χωρίς ζωή. Οι γυναίκες στέκονται ακίνητες και αμίλητες. Ο ήλιος ανεβαίνει τα σκαλοπάτια τ΄ ουρανού, όμως το τραγούδι σταματάει, κάπου σβήνει, σαν πουλί που ξεψύχησε στο πέταγμά του. Ύστερα, πάλι σηκώνεται, ξαναβρίσκει τα φτερά του.
Επιτέλους, στη στροφή του μονοπατιού φαίνεται καθαρά κάτι που προχωράει. Δεν είναι καβαλάρης. Πορεύεται πεζός, κουνιέται, το τραγούδι του δεν είναι καν σφύριγμα, τρέχει θολό νερό, πολύ αδύναμο για να γίνει σφύριγμα, φωνή σερνάμενη, κυματιστή… μια γυναίκα με κίτρινη μπλούζα, με φούστα και μαλλιά χρυσοκόκκινα, χρώμα που έχει το βρώμικο χρυσάφι, μια γυναίκα που ξαναγεννιέται μέσα στη σάρκα της και που τη χαίρεται, τραγούδι-ποτάμι με χρυσά λέπια, ποτισμένη ποταμιά γονιμοποιημένη, σερπετό με πράσινα μάτια, όχι το πράσινο της φραγκοσυκιάς, παρά το πράσινο φαρμάκι που έχει το χρυσάφι, που κάνει να σκάνουν οι πέτρες και οι άντρες.
-Μάγισσα, στρίγγλα, φώναξε η Ουλόχια.
-Στρίγγλα, στρίγγλα, ξανάπαν η Σιγισμούνδα και η Ανσέλμα, η Αναστασία και η Ουχένια κι ακόμη η Ανάκλετα και η Ουσέβια. Στρίγγλα, στρίγγλα, στρίγγλα, αντιλάλησαν οι πλαγιές, τα βουνά, οι γριές, οι κοπελιές, τ΄ αγριάγκαθα, η χαρουπιά κι η ξεραμένη ρεματιά. Στρίγγλα, γέλασε το ξεμοναχιασμένο αγριοπούλι, και μούγκρισαν οι πέτρες, κι η γυμνή από χώμα γης, κι οι ανυφάντρες κατέβαζαν τους κόπανους, που έκοφταν σφυρίζοντας τον αέρα, χωρίζοντάς τον σε ζεστές λωρίδες, κούρβουλα και κλωνιά σπασμένα πάνω στην ξωμερίτισσα, ρεματιά με ρυάκι μόνο για τον εαυτό της, γυναίκα-γυναίκα, πεσμένη, καταραμένη, που χύνει αίμα γλυκό στρίγγλας και σκόνη χρυσαφιού πάνω σε κατακαμένες σουβλερές πέτρες, σπαρταρώντας μες στ΄ αγκάθια, καθώς οι ανυφάντρες δίχως άντρα κοπανούν με τους κόπανους δυνατά, πιο δυνατά, εκείνη τη χαριτωμένη στρίγγλα που τώρα βογγίζει, γρυλίζει, αιματοκυλιέται…
-Εγώ σο το ΄πα, πως μια μέρα βρήκαμε μια στρίγγλα με φιδίσια γλώσσα, που σφύριζε, κεντρισμένη από το διάβολο. Να την κάψει το θειάφι, να γίνει αποκαΐδι, καταραμένη στρίγγλα…

