Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ ΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ ΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.12.12

Επιστημονικό Προλεταριάτο


Νέα Υόρκη, Παραμονή Χριστουγέννων 1931. Εργάτες στη σειρά για να πληρωθούν. Η δουλειά τους: ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στο λασπότομο που αργότερα ανεγέρθηκε το Κέντρο Ροκφέλερ. Σήμερα, σύμφωνα με τον αστικό θρύλο, όποιος δει το δέντρο του Ροκφέλερ ν΄ ανάβει δεν μπορεί να αρνηθεί ότι έρχονται Χριστούγεννα. Για το λόγο αυτό, οι προλετάριοι υποχρεώνονται να εργάζονται με την πλάτη στραμμένη στα φώτα του καπιταλισμού.  


Εγώ λοιπόν στη φάμπρικα με βάρδια
δεν σκέφτηκα καθόλου να δουλέψω
και πάντα διάβαζα, να πάρω το πτυχίο.
Τώρα περνώ μ΄ εφημερίες τα βράδια
-ξενύχτια που δεν ξέρω αν θ΄ αντέξω-,
μα είμαι γιατρός σ΄ ένα νοσοκομείο.

Την υπηρέτρια δεν θα παραστήσω
κι έκανα και σπουδές στον τουρισμό.
Όμως ποτέ δεν θα έραβα φασόν.
Τρεις γλώσσες έμαθα για να συνομιλήσω
με τον πελάτη, ντόπιο ή αλλοδαπό,
στο πόστο συνεχώς της ρεσεψιόν.

Υδραυλικός, ηλεκτρολόγος δεν θα γίνω
και βέβαια όχι στην οικοδομή
-στους μετανάστες οι βαριές δουλειές.
Σ’ ένα κομπιούτερ διαρκώς θα λύνω
λάθη στο σχέδιο, στην υποδομή.
Θα ξενυχτάω για τις νέες εφαρμογές.

Σας λέω πως στη φάμπρικα δεν θα ΄μαι
και φόρμα δεν θα βάλω εργατική.
Κουστούμι, ταγιεράκι και γραβάτα.
Εξέκιουτιβ και μάνατζερ: Περνάμε
πολύ καλά στην πολυεθνική,
χτυπώντας δωδεκάωρα για πάντα.

Έμαθα με τα χρόνια ν’ αντιμετωπίζω
αφ΄ υψηλού την όποια χειρωνακτική
την εργασία, λες και παρακάτω
δεν με περίμενε αυτό που τώρα ορίζω:
Επιστημονικό  –που εθελοτυφλεί,
μ΄ ακόμα  ωστόσο Προλεταριάτο.

3.5.10

Μνήμη και Λήθη



Μες στο σαλόνι παρελαύνουν θεάματα,
από τα πιο πανάρχαια δράματα.
Η μνήμη εστράφη, στην πηγή της λησμονιάς.
- Μείνε επιλήσμων! - Μην ξεχνάς!

Είχαν ανοίξει οι κρουνοί των ουρανών -
ορμητική στην άσφαλτο η πτώση των νερών.
Η μνήμη εστράφη, με μια ανάγκη λησμονιάς.
- Μείνε επιλήσμων! - Μην ξεχνάς!

Βάθαινε η νύχτα, επιστρέφοντας σε κάτι,
που ήταν σκοτάδι, πριν υπάρξει φως.
Στριφογυρίζω διχασμένη στο κρεβάτι.
Μνήμη και λήθη βρέχει ο ουρανός.

21.3.10

Ημεδαπός εξόριστος



Η πόλη αλλάζει κι ίδια μένει, χωνευτήρι
των Βαλκανίων – πλέον των δύο αιώνων -,
Ρώσων, Κινέζων, μαύρων απ’ τη Νιγηρία.
Και ο Ημεδαπός Εξόριστος, στο παραθύρι,
σαν θέατρο προγόνων κι επιγόνων
της πόλης ξεδιπλώνει μια ιστορία.

Στον ίσκιο της Ακρόπολης, σαν όπως
που του Ψυρρή η μόνη χουρμαδιά
από τη γέφυρα φαινόταν του Ιλισού
- κι έπειτα, πλήθος Βαυαρούς ο τόπος
πλημμύρισε, με σχέδια αρχιτεκτονικά -
κι η πόλη, ως την Πύλη τ’ Αδριανού.

Κι αργότερα, μπουλούκια εξ επαρχίας,
στα χίλια εννιακόσια κι ο Καβάφης
κι ο Παλαμάς, να γράφουν στην Αθήνα.
Δεντρόφυτη η πλατεία Ομονοίας,
μια συνοικία να μοιάζει της Ανάφης,
στο Ζάππειο κυρίες μ’ ομπρελίνα.

Απ’ το ειδύλλιο, η νέα καταστροφή
(λίγο μετά αυτοκτονεί ο Καρυωτάκης):
Πρόσφυγες μύριοι από τη Μικρασία
κι η πόλη απλώνει τόσο, παρεπιδημεί.
Σε παραγκούπολη τα σπίτια της ανάγκης,
Βύρωνας, Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία.

Μιλιούνια ανθρώποι, κατεβαίνουν ολοένα
και ερημώνουν τα ορεινά χωριά.
Βουνίσιοι και καμπίσιοι, τώρα αστοί.
Κι η πόλη, να επεκτείνεται αφρισμένα,
σαν κύμα στα παράλια, στα βουνά,
να καταπίνει ολόκληρη Αττική.

Μα ο αχός της ιστορίας στα Βαλκάνια
και στην Ευρώπη της Ανατολής ξυπνάει.
Το ντόμινο αρχίζει με το Τείχος,
στα σύνορα οι ανθρώποι, στα λιμάνια,
πλήθος που όλο τα φράγματα περνάει
- κι εντέλει, ο αστικός μας μύθος :

Στις γειτονιές τις ίδιες, των κατατρεγμένων,
τόσους αιώνες θέλει να γυρνάνε,
γύρω απ’ την πρώτη αρχαία χουρμαδιά.
Στη ρίζα της Ακρόπολης, στων ξένων
τις συνοικίες τώρα αλβανικά μιλάνε
και τρέμουν, μην τους ψάξουν τα χαρτιά.

Κι ο Ημεδαπός Εξόριστος γυρίζει
τις νύχτες, ίσκιος στο Μεταξουργείο,
στα ρώσικα μιλάει στους μετανάστες,
ενώ το χωνευτήρι εξαφανίζει
της ιστορίας κάθε ίχνος και στοιχείο
- αλλά ποτέ τις τάξεις και τις κάστες.