Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΛΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΛΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2.1.13

Στίχοι επικαιρότητας


Ανρί Ματίς. Η Μουσική. 1910.

«Και σεις μπορείτε να περιγράψετε αυτό;»
(Από το Ρέκβιεμ της Άννας Αχμάτοβα)

Ήταν μια εποχή
που από τα ανοιχτά παράθυρα
έβρεχε ανθρώπους στη γη.

Έπεφταν αργά αργά
εδώ ο ένας εκεί ο άλλος
σαν μεγάλες γιγαντιαίες
μα πάλι σταγόνες δεν μπορούσες να τους πεις.

Έπεφταν αργά μα σταθερά

Σ' ένα πάρκο είδε η φίλη μου
δύο στη θάλασσα χαρίστηκαν στο κύμα
Σ' ένα νησί τον είδε να πέφτει η αδερφή του
καθ' ένας με τον τρόπο του
δεν είχε σημασία πως
Έπεφταν
αυτό μονάχα είχε σημασία

Πώς να περιγράψεις την εποχή
που έβρεχε ανθρώπους;
Μαλακούς και σιωπηλούς ανθρώπους
που έπεφταν άσπιλοι σαν χιόνι στη γη;

Η πτώση τους
άλλαζε τη μορφολογία του εδάφους
σύσταση, σταθερότητα και υφή.
Και όλα, όπως κι αν πατούσες,
άρχισαν σιγά σιγά να γλιστράνε, να βουλιάζουν
να σε τραβάνε προς τα κάτω.

Μπορεί άραγε να σωθεί μια χώρα
αν βρέχει έτσι συνεχώς;
Ξεδιψάνε καλύτερα τα χωράφια;
Έχει περισσότερη σοδειά;
Έχουν καλύτερο φαΐ τα ζωντανά της;

"It has to be done!
It has to be done!"
επαναλάμβαναν στεγνά οι Γερμανοί.
«Για να σωθεί μια χώρα»
αποφάνθηκαν οι αγορές, «πρέπει
να βρέξει ανθρώπους».

Κοίτα...
Μαδρίτη, Λισσαβώνα, Αθήνα,
Καστίλλη, Λεόν, Αραγονία
Συνεχίζουν να πέφτουν... 

5.8.11

Σαν νερό στην επιφάνεια του κόσμου

Σαν απομίμηση της περασμένης νεότητας
Σαν τασάκι για τη στάχτη του χαμένου παρόντος
Εγώ.
Μπ.

Βίνσεντ βαν Γκογκ. Νυκτερινό καφέ στην Πλατεία Λαμαρτίνου στην Αρλ. 1888.


Κάθεται μόνος, στην άκρη του μπαρ.
Εκεί που κάθεται κανέναν δεν προσμένει
Το μαρτυράει του σώματος η στάση
η εγκατάλειψη μέσα στο ποτό
η ξεχασμένη καύτρα που καίει σαν σκέψη
και πεθαμένη προσγειώνεται το επόμενο λεπτό.
Oμως κάθε φορά που ανοίγει η πόρτα
με ελπίδα, γιατί, γυρνάει τάχα το κεφάλι;
Αν όχι από συνήθεια, τι να προσμένει ο γέρος τούτος πάλι;
Γυναίκες στολισμένες κι ολόδροσα κορίτσια αδιάφορα χαζεύει
ενδόμυχα φοβάται αλλά στο βάθος πάντα ελπίζει
πως το δικό του φάντασμα ένα βράδυ
20 χρόνια νεότερο την πόρτα αυτή θα διασχίσει
μπροστά του θα σταθεί για τελευταία φορά
και θα τον χαιρετίσει.


Τραγουδάνε.
Τραγουδάνε λες και είναι η τελευταία φορά
λες κι είναι η τελευταία νύχτα
«Μ' έκαψες που να καείς
σαν το κεράκι της αυγής».
Ο νεότερος θα 'ναι 70 χρονών οι άλλοι ανεβαίνουν ακόμα.
Τραγουδάνε στην κορυφή της χώρας
λες κι είναι η κορυφή του κόσμου
ενώ ο κόσμος αγνοεί ακόμα και την ύπαρξη του νησιού
Τραγουδάνε τη ζωή τους σε μια νύχτα
τη μέρα τους στη θάλασσα, στην κουζίνα, στ' αμπέλι,
το μόχθο τους που νύχτωσε κι έγινε μια φωνή βραχνή
από τα σπλάχνα της γης βγαλμένη.
Ρίχνουν κατόπι βήματα ανακατεμένα στο χορό
σαν να 'ναι τράπουλα της μοίρας.
Με μαντινάδες ζαλίζουνε το χάρο,
με το συρτό τον ξεγελούν.
Με γέλια, και λίγα δόντια που έμειναν γερά,
Ζωή δαγκώνουν και με κρασί την καταπίνουν.