Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4.12.10

Ανέπαφος



Αθεράπευτα ήρεμος, συγκέντρωνε ο Ανέπαφος ό,τι πιο γοητευτικό από τη σιωπή. Εισπνέοντας πέντε από τα χρώματα του πρωινού ένιωσε μια χαλάρωση σε όλα του τα μέλη. Αγριεμένα λευκά κοχύλια βούιζαν πίσω από το γαλανό καπνό.
Πράσινη σαν λιβάδι, είδε ο Ανέπαφος, την αγωνία να υπερίπταται. Να πυκνώνει με το πούσι, έτσι που να καλπάζουν προσμονές και φόβοι στη γεωμετρία των ανθρώπων, ώσπου να ορίζεται σαν μια ευθεία το ιπποδρόμιο, μέχρι που η εξάντληση να τους πετάξει κάτω αναίσθητους, χωρίς καμία θύμηση.
Αστείρευτα κυοφορούσα τον προσπέρασε η Λενόρα, με υπολείμματα, στεγνής πια, τρυφεράδας πάνω στα μαλλιά της. Τα μάτια της δεν έβλεπαν. Τυφλή μέσα στο φως της μέρας, έψαχνε να βρει εκείνο που θα σήμαινε τη νέα πλημμυρίδα πόνων.

4.10.09

Μύθοι και Ωδίνες


-

Περιορισμός που σκληραίνει
σαν όστρακο
δίχως το βάρος, που το περιμένεις
να πληγώσει.

Μπουμπούκι γλιστρά,
στο φλοίσβο της αναπνοής
αχαλίνωτη δέσμη
χρωματισμένων λυγμών,
γυρεύοντας πίσω
τον καθρέφτη που μας αποχαιρετά.

Κούραση ήρθε έφυγε
έδωσε μια πυγμή
στην τόση μας νωθρότητα
στην καθημερινή παράδοση
στο νόστο και την ηδονή.

Τι να ΄ναι η φυγή
έξω απ΄ αυτό το κύμα,
έξω από την ηδυπάθεια,
την προσπάθεια των νεύρων.

Μέγεθος δεν υπάρχει
χωρίς χρόνο,
ο εξευτελισμός μας δεν υφίσταται
δίχως μεγέθη.
Ο μύλος της ζωής μας δεν αλέθει
παρά την επιθυμία μας.

22.8.09

Το δέντρο



Το μεσημέρι περνούσε
ρυθμίζοντας τον ύπνο του πελάγους
με τη θηλύτητα του κύματος
χαμηλώνοντας στο μέγεθος της απουσίας.
Αν στενεύουν οι ρίζες
είναι γιατί συνωμοτούν με την ακινησία
γυρεύοντας ν΄ αφουγκραστούν
σμίγοντας τον αναστεναγμό της γης
που πάλλει από κάτω τους.

Κάτω απ΄ το στήθος μου κανείς δεν ξεκουράζεται
μαστοί αυροφίλητοι, ένας στιλπνός ιστός
όπου σφριγούν αυτά τα δέντρα
μια κρυμμένη κιονοστοχία
που μετρά τα παραπτώματα, τους γογγυσμούς
μια φυλλωσιά να σε κρατήσει
που θα πέσεις
όταν το κενό αποκτήσει διάσταση.
Ούριος έφτασες στο κρεβάτι της φύσης μου
σαν υπνοβάτης ανέγγιχτος, σ΄ αυτό το ύφυγρο πέπλο
ως να σ΄ αδράξει ήρεμος
ίμερος δίβουλος, ήχος πυκνός
σάλπισμα ζωηρό αυτής της ιστορίας
που λυγίζει τους αγκώνες μου
σε ένα νεύμα, αγχόνη του καιρού
σκουριασμένο κανόνι έτοιμο να διαλυθεί
με μια βροντή ακόμη.

Ασθένεια δεν υπάρχει·
μόνο μια σαθρή αυτοτέλεια
που χάνεται στο νόστο
καθώς ο καβαλάρης των ονείρων
διάφανος, πυρπολείται στην απόγνωση
γιατί τα χαρισμένα γίνονται φορές λεπίδια
και το καράβι σχίζεται να καταπιεί τα χρώματα.

Ο θόρυβος που ακούγεται είναι από τα κύματα.

Κάτω απ΄ το φύλλωμα της σιωπής
θα ψαύσεις
τα ιδρωμένα βότσαλα
που συνθλίβουν τις αδυναμίες
κι αν ξεπερνώντας τις ρίζες
φτάσεις
το πολύκαρπο του οράματος που σε λυτρώνει
τότε θα ιδείς
το αποτύπωμα της συντριβής
στο χαμόγελο που δεν έχει ακόμα σβήσει.