
28.2.10
Υπόσχεση

27.2.10
Συλλαβισμός

Αν δεν κρατούσες με τόσο πείσμα
στα χείλια και στα δόντια τα σύμφωνα,
σαν στρείδι
που κλείνει στον κίνδυνο μπροστά,
ίσως περνούσα μέσα σου
την απαλή ανάσα δυο φωνηέντων.
Στου έρωτα τον συλλαβισμό
ακόμα λαχταρώ
να προφέρουμε μαζί
έστω μια λέξη...
26.2.10
Ντεκαφεϊνέ

25.2.10
Showman

24.2.10
Ριμέικ

23.2.10
Επανάληψη

22.2.10
Σκωπτικόν του έρωτα

21.2.10
Το πρέπει

20.2.10
Η ποίηση μ΄ οδήγησε σωστά

19.2.10
Τρέχα γύρευε

18.2.10
Η νυχτικιά του θείου Κάρολου

17.2.10
Όταν έρχεσαι…

16.2.10
15.2.10
Χαρταετός β΄

τα πολλά ποιήματα πια.
Ξεκουρδίστηκαν οι λέξεις
χαλάρωσε η τεχνική
γίνηκε σαλονάκι ανύπαντρης
ορφανής επαρχιωτοπούλας
η σκέψη.
Ούτε τα ντυσίματά τους
και τα φτιασίδια τους
μου λένε κάτι.
Ανούσιοι πειραματισμοί
σε χρώμα και σε σχέδιο
ίσα για να κρύψουν τη
γύμνια του πνεύματος.
Εκείνος όμως, ο φλεγόμενος
χαρταετός, καλά μου τα ΄πε.
Ανέγγιχτος βγήκε από τη φωτιά
και κάθισε να καμαρώνει
στο ψηλό δέντρο απέναντι
κουνώντας τα ζύγια του
στην αγωνία των ανθρώπων
να φέρουν πίσω το φως.
Αλήθεια πόσο αστείοι και μικροί
φάνταζαν, καθώς έσκυψε
να ξύσει την ουρά του,
που φαγούριζε από τα χνώτα τους.
Πάνω από τα καλώδια ποτέ τους
δεν κοίταξαν.
Είναι γεγονός ότι οι άνθρωποι
φοβούνται τον ουρανό.
Όχι επειδή δεν έχουν φτερά,
αλλά επειδή έχουν πιστέψει
ότι κάποτε θα κατοικήσουν εκεί.
Ίσως γι΄ αυτό περιορίζουν τη ζωή
τους από τις σόλες
μέχρι τις ταράτσες.
Η δική σου κούραση
και μόνο να τους βλέπεις
είναι μια παρηγοριά.
14.2.10
Περιμένω

Ολονυχτίς
στον καναπέ
λες και θα ακούσω νέα σου
στο τελευταίο δελτίο.
Πώς τάχατε
νυχτώθηκες σε χώρα λωτοφάγων
και μόλις ξεμυτίσει λίγη μνήμη
θα γυρίσεις.
13.2.10
Στο σπίτι της ψυχής
Εδώ μου φανερώνονται άνθρωποι κι όχι άγγελοι. Μιλούν με ανθρώπινη φωνή και λένε: «Καλημέρα, πώς πάει;»
Και λέω: «καλά, ευχαριστώ, βλέπω πράγματα».
Κάθε ημέρα κοιτάω, όχι στη λάμψη, στο φως της ημέρας ή του δειλινού
στα σχήματα και τα χρώματα,
όλες τις άγιες σκιές ανάμεσα στον Θεό και τον Σατανά, αλλά σε κανένα απ' αυτά.
Αγγίζω απαλά το πρόσωπό της τόσο όσο
αν ο Κάιν δεν θα μπορούσε να είχε δολοφονήσει τον Aβελ,
ευτυχισμένος χωρίς τις εξάρσεις του.
Έχω τόσο κοινότοπες αυταπάτες (τη μυρωδιά από το γρασίδι και το τιτίβισμα των χελιδονιών)
που ο γιατρός βαριέται να μ' ακούει.
Ξαφνικά ανοίγει το χάσμα του στόματός του,
και μου λέει ότι αυτά τα συμπτώματα
θα εξαφανιστούν σύντομα
και μετά δεν θα 'χω τίποτα.
«Δεν θα έχεις τίποτα», με διαβεβαιώνει.
12.2.10
Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο

της ερημιάς μου τέρας, της πόλης μου θηρίο μη με φοβάσαι
αλλοπαρμένη έκφραση οι τοίχοι σου θυμίζουν τον πρώτο σου έρωτα
οι πιο πολλοι αδιάφορα κενοί, σε λυγίζουν όπου και να 'σαι
στα σκοτεινά δρομάκια οι σκιές γλιστράνε επικίνδυνα
Στα ηλεκτρισμένα ξενυχτάδικα οι γυναίκες μισοκρύβονται πίσω απ' τη λήθη
Στα κολασμένα παζάρια της λεωφόρου οι αστυνόμοι
οι πλούσιοι επαρχιώτες μηχανόβιοι
μάσκες ακάλυπτες μικρές στο γύρο του θανάτου
που τρεμοπαίζουν τον άγγελο ή τον δαίμονα
στις άκρες των δακτύλων τους, ξημέρωμα Σαββάτου
Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω
δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά
κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων
Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο
για να μην υποφέρεις φύγε μακριά μου, κρύψου από μένα
δεν ξέρω αν φεύγεις, τώρα, για το λίγο μου
ή αν αυτό που νιώθω ήταν πολύ
πολύ για σένα, πολύ για σένα
Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω
δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά
κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων
Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο...
11.2.10
Εσύ

Είσαι Εσύ, και δεν χρειάζεται να
φορτωθείς τα κάλλη της φύσης.
Έλεγες, πως δεν θα αντέξω.
Άραγε τι δεν μπορώ ν΄ αντέξω τώρα
που η αντοχή γλυκάθηκε απ΄ την αγάπη;
Δεν είπες ποτέ, μην φεύγεις,
μα τα παράθυρα άνοιξες
και κούρνιασες στην καρδιά μου,
σύντροφος στο δρόμο μου.
Από ΄κει σ΄ ακούω να φωνάζεις
πως υπάρχεις, ακόμη, συνέχεια
για πάντα.
10.2.10
Παραλλαγές

Είμαι
ένα κοχύλι αφημένο στον ήλιο,
μια επιθυμία χωρισμένη στα δυο,
γύρη στα πόδια μιας πεταλούδας,
λέξη μετέωρη στο ποίημα.
9.2.10
Χαρακτηρισμοί

να γίνεις σάρκα από τη σάρκα μου
συμπληρώνοντας ηδονικά
ό,τι η φύση προνόησε να αφήσει άδειο.
Να σε μετρήσω με τα χείλη μου
να αναρριγείς σε κάθε άγγιγμα
καταθέτοντας το μυαλό
και να χαίρεσαι που το κάνεις.
Να σε νιώσω να ψάχνεις
το άνοιγμα του ρούχου μου
αναζητώντας ν΄ ανταποδόσεις
τον δικό μου περίπατο επάνω σου.
Εσένα θέλω
Ρευστό
Γλυκό
Παντού.
8.2.10
Ω!

Γύρισες γρήγορα
και ήθελα να γράψω
στίχους που ξεκινούν
με ένα θριαμβευτικό
ωμέγα.
Θα έχεις προσέξει
την ομοιότητά τους
με ρούχα που φωνάζουν
μπαούλο.
Έφερες χαρά
σε βαλίτσα γεμάτη
φερμουάρ
έτοιμα να ξετυλιχθούν
στον πρώτο αναστεναγμό.
Θα έχεις διαπιστώσει,
την ασημαντότητά της
όταν στερείται
ανοιγμάτων.
Στάσου έτσι
να σε χαρώ.
Ξέρεις πώς.
7.2.10
Στην αχρηστία

Δεν έχουν νόημα πια στα
κενά μου τα πλαίσια.
Σαν το δυικό αριθμό
κι αυτή η διάλεκτος
στην αχρηστία περνάει.
6.2.10
Για δύο

Τα σκαλοπάτια κυμάτιζαν
σαν τα πλήκτρα του Μάνου
σε νεοϋρκέζικες αντανακλάσεις.
Η πόρτα παραδομένη στη διάρρηξη
στεκόταν με τα κλειδιά
στο μεγάλο στόμα της
έτοιμη να σφραγίσει τον δικό της κόσμο.
Τα ρούχα στον καλόγερο, τα παπούτσια
στο ντουλάπι, η τσάντα στη γωνιά του γραφείου.
Όλα εκεί που κάθε μέρα παραφυλάνε
για την επόμενη έξοδο στον κόσμο των άλλων.
Κάποιος, πρόσφατα, της είπε πως μόνο οι χήρες
τρώνε μόνες τους, κι από ΄κείνη τη μέρα
στρώνει το τραπέζι για δύο.
Δύο ποτήρια, δύο πιάτα, δυο πιρούνια,
όλα δύο. Σαν τα χέρια της, τα πόδια της,
τα μάτια της, τ΄ αυτιά της.
Άγρυπνα όργανα ν΄ αρπάξουν την παραμικρή
υποψία του δεύτερου,
καλοδεχούμενου όπως –όπως.
5.2.10
Θέατρο
Δεν ζω στη φύση
Γι΄ αυτό γνωρίζω τη σιωπή των ουρανών
Που καταλήγει στη μύτη της πένας
Ενός καταπονημένου ποιητή
Που η καρδιά του χτύπησε για πρώτη φορά
Σε προχωρημένη ηλικία.
Ξαφνιάστηκε τότε πολύ
Γιατί οι στίχοι του
Έγιναν μεμιάς ειλικρινείς
Σα το μονόλογο της Ιουλιέττας.
(Ο ποιητής χρόνια τώρα έψαχνε το φύλο του.
Ένας του φίλος είχε πει: «Όλοι οι ποιητές είναι γυναίκες»
Όμως τι γίνεται με την αληθινή Ιουλιέττα,
Εκείνη την άλλη, την τρελή Οφηλία,
Τη σκιερή Τιτάνια,
Την Πόρτσια την πολύτροπη.
Την παραλογισμένη Λαίδη Μάκβεθ;
Ποιος ράφτης ράβει τα κοστούμια της,
Τώρα που τα μαλλιά της άσπρισαν,
Από τις έγνοιες μιας ακατάληπτης ζωής.
Χωρίς των στίχων την προσωρινή παρηγορία;
Τώρα που αυτή ηθοποιός ώριμα πια,
Τις κολακείες απορρίπτεο
Του συνένοχου στη δυστυχία της κοινού,
Και μια βαθιά ρυτίδα χαραγμένη
Ανάμεσα στα φρύδια της,
Ψάχνει τη νιότη την οριστική,
Την πλέον τετελειωμένη,
Αυτήν που παραλείπει τον υπομνηματισμό της Αληθείας
Και ανεβαίνει στη σκηνή Γυμνή,
Χωρίς το τρακ του καλλιτέχνη,
Να πει αυτό που το κοινό
Μέσα στην οκνηρία του χειροκροτήματος ίσως παρεξηγήσει,
Καθότι απροκαλύπτως αληθές;
Ladies an Gentlemen! Εγώ δεν παίζω: Ξέρω.
4.2.10
Χαρταετός

την Αντιγόνη σαν έπαιζε σε αρχαίες αγορές,
ήταν η σκέψη μου απόψε.
Άδικα την κατηγόρησα και βιάστηκα να τη ξεβάψω,
την ώρα που σου κράταγα το χέρι γλιστρώντας
στα λιθόστρωτα μιας άλλης αγοράς.
Δεν έχει νόημα να προσυμφωνήσω το μέλλον
μονάχα να συμμαχήσω με το παρόν.
Την άλλη φορά όμως που θα βάλει
ή επιθυμία τ΄ αποκριάτικα,
θα την ακουμπήσω σε έναν μεγάλο
χαρταετό να ταξιδέψει κοντά σου.
3.2.10
Ένας μικρός πολεμιστής

στη σκάλα των αγγέλων
και δει από κάτω
στα χίλια χρόνια μια φορά
το παραμύθι
ξεφεύγει από το μύθο του.
Τα χερουβείμ τότε στα γρήγορα
γυμνώνουν την αλήθεια
με το ραβδί του χάους
χτυπούν τον αθωράκιστο
μετανιωμένο μάγο
κι όλα ξεγίνονται, ξεχύνονται
απ’ του παραμυθιού τα σπλάχνα
οι λεπτομέρειες περίοπτες.
Οι προβολείς ξανά
στης Μαίριλιν τα στήθη
διάφανη η θλίψη η αγάπη διάφανη
φωτίζουν μιαν αιμάτινη καρδιά
και τριάντα αντάρτικα φιλιά
στο στόμα της Χιονάτης
πριν το φαρμακωμένο μήλο
βάφουν τριαντάφυλλο άλικο
στον κρόταφο του ποιητή
όλα μαζί πώς στροβιλίζονται
περίστροφο βαλσάκι
ενός αυλού που σέρνει στον γκρεμό
ποντίκια και παιδιά.
Ποιοι χάνονται
ποιοι κρύβονται στο κόκκινο σκουφάκι
του τρομαγμένου λύκου
ποιοι πιάνονται ανύποπτοι
στου πειρατή το γάντζο
ποιους η μικρή νεράιδα ξεγελάει
με ψέματα γοργόφτερα
στη μύτη του Πινόκιο
ποιοι λιώσαν σα μολύβι με τη χρυσή καρδιά
του ευτυχισμένου πρίγκηπα
και το νεκρό του φίλο χελιδόνι.
Τ’ αριστερό γοβάκι της όμορφης
στη λάσπη πατημένο
κι η παγερή χλαμύδα της Μέδουσας
αφόρετη σαπίζει στον πάτο του βυθού
κι ο θάνατος που πέτρωσε
στη φτέρνα του Αχιλλέα.
Αφύλακτα τα μάτια του παιδιού
με ηδονή βυθίζονται στο Νικημένο
ως να κερδίσει το δικό του πόλεμο
ενάντια στο παραμύθι
την πρώτη ασήμαντη
δική του πύρρεια νίκη
Μεγαλώνοντας.
2.2.10
Εκδρομή

-Τώρα στη Γη
ήρθε άλλος μήνας.
Ο Φεβρουάριος.
Το Φλεβάρη
καρναβάλι
κι αετοί
μικροί μεγάλοι!
Τώρα,
φεγγαράκι μου,

τα παιδιά
στη Γη,
γλεντάνε
την Αποκρηά!
Πρέπει να βρεις
ρούχα να ντυθείς
κι εσύ μασκαράς!
-Αχ τι μπελάς!
φώναξε το φεγγάρι
κι έτρεξε στον κήπο

του Ουράνιου Τόξου
να μαζέψει χρώματα.
Ντύθηκε μασκαράς κι
έγινε αγνώριστο.
Κι ετοιμάστηκε
να κατέβει στη Γη.
-Στάσου! Του φώναξε
Ο πύραυλος. Που πας έτσι;
Θα γελάσει μαζί σου και το
παρδαλό κατσίκι!

-Πολύ ωραία τότε! Είπε
το φεγγάρι.
-Όχι καθόλου! Γιατί, όσο να
φτιάξεις εσύ τη στολή σου,
έφυγε ο Φλεβάρης!
Τέλειωσε το καρναβάλι,
φεγγαράκι μου!
-Και ξανάρθε ο Γενάρης;
-Όχι φυσικά! Ήρθε άλλος
μήνας. Ο Μάρτης!