29.10.09

Απόβροχο


Τις μέρες που αγυρτεύανε οι στάλες του Θεού
στ΄ απόβροχο τα θάματα μας παίρνανε το νου
κοντά παντελονάκια, τιραντούλες και φωνές
αφήναν στο πετρόστρωτοο ασπρόμαυρες μπαλιές.

Πεντόβολα αράζαν στα παρτέρια, στις αυλές
απλώναμε χοχλιούς κι ήταν οι άμαχες στρατιές
ουράνιο τόξο στόχευε κουρσάρους, πειρατές
ψωμί, ζάχαρη λιώνανε στο στόμα οι νικητές.

Εσύ γουλί, με ένα φτιόγκο εγώ πορτοκαλή
τυλίγαμε μ΄ ένα σεντόνι πάνω στη σιωπή
τη μοναξιά και κάτι κουρελιάρικα κουκλιά
κι ήταν τ΄απόβροχο νωπά που μύριζε φιλιά.

Εγώ θα ζευγαρώσω με τ΄ απόβροχο ξανά
πληρώνω τη δροσιά απ΄ τα φιλιά πανάκριβα
θ΄ αφήσω στο παγκάκι την ομπρέλα μοναχή
εσύ ξέρω πως έφυγες μα όχι κι η βροχή.