7.3.13

Η δηλητηριώδης


Νικόλ Αϊζένμαν. Ορεσίβιος. 2006.

Ζούμε είπες
δεν ζούμε άκουσα

την αγαπάω είπες
με μισεί άκουσα

θέλω να την προστατέψω απ' όλο αυτό είπες
θέλω να δραπετεύσω απ' τις ανάγκες της άκουσα

είμαι άνθρωπος πολύ οργανωμένος είπες
παραλύω από φόβο άκουσα

Το στίγμα μιας κοινής ζωής
οικείο
τρομακτικό
αν το δει κανείς από ψηλά

η παραίτηση
η αποψίλωση εκείνου που ήταν
έρωτας

έρημος

η συσσώρευση της δυστυχίας ενώ νομίζεις
πως η ζωή σου κυλά σε γνώριμους ρυθμούς
κι όταν ρωτώ Πώς πέρασες το Σαββατοκύριακο
λες Ήρεμα. Τίποτε το αξιοσημείωτο
με τη βαθιά φωνή σου ξάφνου επίπεδη
σαν να την έχει συνθλίψει ένα βουνό

Απόσπασμα  

14.2.13

Ενήλικας


Αλεξάντρα Νετζβέτσκαγια. Μαγικός Άνεμος. Σύγχρονο.

Οι μεγάλοι έχουνε δουλειές να κάμουν.
Στις τσέπες ρούμπλια.
Ο έρωτας;
Εντάξει!
Για ένα 'κατοσταρικάκι.
Εγώ
άστεγος
με τις χερούκλες μου
χωμένες στις τρύπιες
τσέπες μου
σεργιάνιζα -να κάτι μάτια.
Νύχτα.
Βάζετε το καλύτερο κουστούμι σας.

Την ψυχούλα σας πάτε να ξεκουράστε
με τις γυναίκες σας κι άλλοι με καμιά χήρα.
Εμένα
μ' έπνιγε η Μόσχα σφίγγοντάς με
μες στο δακτύλιο των ατέλειωτων βουλεβάρτων
τικ-τακ
οι γκόμενες
καρδιές κι ωρολογάκια.
Στο κρεβάτι της αγάπης το γλεντάνε οι εραστές.

Εγώ
το άγριο χτυποκάρδι της πρωτεύουσας
το 'πιανα
ξαπλωμένος στην πλατεία των Παθών.
Διάπλατα,
-σα να βγήκε όλη έξω-
ανοίγω την καρδιά μου στον ήλιο και στις
γούρνες.
Ελάτε όλα τα πάθη!
Όσες αγάπες προσέλθετε!
Από σήμερα την καρδιά μου αδύνατο να την κυβερνήσω.

Ξέρω των άλλων οι καρδιές πού βρίσκονται –
στο στέρνο, και ποιος δεν το ξέρει;
Αλλά η δική μου ζουρλάθηκε ανατομία.
Όλος καρδιά –
και πού δε βροντάει;
Ω, πόσες εποχές της Άνοιξης
έστω μόνο αυτές
στα 20 μου φλογισμένα χρόνια
τρυπώσανε μέσα!
Αβάσταχτο νιώθω το ανεξόδιαστο βάρος τους.
Ασήκωτο, και όχι τώρα
για τα ποιήματα –
με όλη τη σημασία της λέξεως.

Μτφρ: Μ. Αλεξανδρόπουλος

6.2.13

Χωρίς πρωταγωνιστές


Κίντσετς Φέρεντς. Ιστορία. 2010.

Μου λες πως όλα αρχίζουν όταν νομίζω πως πεθαίνω
μ' ένα χαλί γεμάτο με τα πρόσωπα που πληγώνουν τις μέρες και τις νύχτες μας
από καιρό
σε βρίσκω και πάλι να με κοιτάς με δυο μάτια θάλασσα χωρίς ουρανό να τα φυλάει
πάνω στη στεγνή γη
-το χαλί με τα πρόσωπα μιας ιστορίας που το τέλος της αγγίζει αίμα-
Τίποτα δεν αλλάζει, το νεκρό είναι νεκρό αλλά και όλοι αυτοί εδώ,
ακόμη
μπροστά μου
Τυλίγομαι το χαλί με τα αμέτρητα πρόσωπα, δεν μπορώ να κινηθώ
απέναντι μου εσύ μαζί με όλους αυτούς που έφεραν τα χρόνια,
σηκώνω τα χέρια ψηλά και το χαλί πέφτει στο χώμα με δύναμη
-εκεί που ο ήλιος χάνεται-
Από το σώμα μου τρέχει διάφανο υγρό πάνω στ' ακίνητα κεφάλια
Τίποτα δεν αλλάζει
Οι νεκροί είναι νεκροί
το χέρι σου απλώνει αναμμένη φλόγα
φωτιά
καπνός
στάχτη
πουθενά οι πρωταγωνιστές
μόνο η ιστορία
ακόμα
να καίει 

28.1.13

Επιθυμία


Χουάν Μιρό. Ερημητήριο. 1924.

Η γλώσσα σου ηχεί με χίλιους τρόπους
         Καθώς κυλάνε πάνω της οι λέξεις
Καθώς καταναλώνονται
         Κι ύστερα χάνονται για πάντα.

Φρόντισε, σε παρακαλώ, να τις μαζέψεις
         Και να τις γράψεις σε μικρές περγαμηνές
Κι ύστερα σε μένα να τις στείλεις
         Που περιμένω τόσο ανυπόμονα.

Θα τις τυπώσω πάνω στην καρδιά μου
         Και ζεστές θα τις κρατήσω με αγάπη
Θα στολίσω με τις λέξεις σου την κάμαρά μου
         Που φαίνεται φτωχή και πεθαμένη.

Κι αυτές με τη δική τους μαγεία
         Θα κατευνάσουνε τη λύπη των ματιών μου
Κι ίσως να τα γιατρέψουν σύντομα
         Ώστε να δουν για μια φορά ακόμα.
Mτφρ.: Ε. Αρανίτσης

19.1.13

Η γλίτσα του χρόνου


Ζωοφόρος του Μπετόβεν (λεπτ.). Γκούσταφ Κλιμτ. 1902.

Τα ρούχα που εξαφανίζονται.
Βαρέθηκα να φοράω το ίδιο πουκάμισο και το ίδιο παντελόνι.
Αποφάσισα να διαλέξω διαφορετικό (!μαγική λέξη)
πουκάμισο και παντελόνι - λαχταράω μιαν αλλαγή σαν τρελή.
Διάλεξα ένα γαλάζιο ριγωτό πουκάμισο
και μπλου τζην, κρέμονται στις κρεμάστρες τους.
Τα κρεμάω με τη σειρά μου στο χερούλι της ντουλάπας
(πολύ κρέμασμα κυκλοφορεί).
Αυτό γίνεται το απόγευμα, νομίζω (δεν είμαι βέβαιη).

15.1.13

Casus belli


Φεντερίκο Καστεγιόν. Ο γυρισμός του ασώτου. 1930.

Η γλώσσα δεν μπορεί με τον θάνατο.
Ούτε η αγάπη μπορεί, πίστεψέ με.
Όλα θα πεθάνουν μέσα στα χέρια σου.
Μια νύχτα, στον γυρισμό, θα καταλάβεις
πως ο πόθος είναι πόλεμος χαμένος από χέρι,
πως οι πόθοι σου ήταν μονάχα η καταστροφή σου.
Πως ο θάνατος εγκαθίσταται από πριν,
εξαγόρασε μία προς μία τις λέξεις σου,
μια νύχτα, στον γυρισμό, θα μπορέσεις να το καταλάβεις.
Αφού αποχαιρετίσεις τους φίλους
μια νύχτα, στον γυρισμό,
θα λάβει τέλος η ανηλεής ξιφομαχία
σε μια γωνιά, λέξεις
στην άλλη, οι σκιές.
Αυτό θα το καταλάβεις
μια νύχτα, στον γυρισμό.

Μετφρ.: Δανάη Ταχταρά

9.1.13

Ο άγνωστος


Νικολάι Ρέπιν. Στο μπάνιο. 1972.

1. Ποιος εμπέδωνε την τέχνη-της-μνήμης:
Και έμεινε στη λησμονιά;

2. Ποιος ίδρυσε πατρίδα και νόμο:
Και καταδικάστηκε σε πατρίδα βάσει νόμου;

3. Ποιος γέννησε με λυγμούς γράμματα και γλώσσες:
Και λούστηκε κατάρες και βρισιές;

4. Ποιος αναγνώρισε στους κυβερνήτες την Ελεημοσύνη:
Ενώ εκείνοι στο δικό του πρόσωπο τον αλήτη;

5. Ποιος δεν σκέφτεται την αγχόνη στον λαιμό του:
Όταν εμφανιστεί κομήτης;

6. Ποιος τοποθέτησε-τις-γυναίκες τόσο ψηλά:
Ώστε να μην μπορούν να κατεβούν;

7. Ποιος έστειλε την κάθε πέτρα στ' άστρα:
Και έμεινε δίχως στέγη;

8. Ποιος έβαζε-φωτιές σε ξένες καρδιές:
Και έγινε ο ίδιος πάγος;

9. Ποιος επινόησε το πρόσωπο-του-Κυρίου:
Μα πεθαίνει όταν το δει;

10. Ποιος ρούφηξε όλο το σεληνόφως από τον Δούναβη:
Και δεν ξεδίψασε;


Mτφρ.: Ισμήνη Ραντούλοβιτς

5.1.13

Θεός μοιάζει τ' ωραίο παλικαράκι σου...


Γουίλιαμ Πάουελ. Φτώχεια και Πρόνοια.1888.

Θεός μοιάζει τ' ωραίο παλικαράκι σου,
που κάθεται κοντά σου κι ακούει προσεκτικά
το λόγο το γλυκό σου και το γελάκι σου
κελαρυστά.

Σας βλέπω κι η καρδιά μου κομμάτια γίνεται
τριγύρω στο λαιμό μου σφίγγεται μια θηλιά∙
πνίγομαι, η φωνή μου νομίζω σβήνεται
σιγά-σιγά.

Γλώσσα δεν έχω πλέον. Πάει βουβάθηκα!
Μέσα μου αρχίζει τώρα να καίει μια φωτιά.
Τα μάτια μου θολώνουν. Το φως μου! Χάθηκα!
Πάω στα τυφλά!

Βουίζουνε τ' αυτιά μου, τρέμω, ζαλίζομαι.
Ιδρώνω, πρασινίζω σαν τα χλωρά σπαρτά.
Αν δεν πεθάνω τώρα, ψυχανεμίζομαι
λιποθυμιά.

Μα ο φτωχός το θάρρος πρέπει της πείνας του
να έχει, να τολμάει...

Μεταγραφή: Γ. Μπλάνας