25.3.12

Tabula Rasa


Εμφύλιος πόλεμος. Νίκος Εγγονόπουλος. 1948.

... σε μια χώρα που λασπώθηκε

πού να πατήσεις χωρίς να λερωθείς;
(take me back
to my very first white).

Πού τελειώνει η στάχτη
μητέρα;

Kατά πού να βήξω την καπνιά
που στάθηκε στον ιστό του λάρυγγα;
(take me back
to that very bright before).

19.3.12

«H σφίγγα»


Μανάβικον «Ο Απόλλων». Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας.1938.


Έχουν μπουκάρει εδώ
Πάνω από οκτώ φορές
Εκεί που κοιμάμαι
Αφήνουν τις πατημασιές τους
Όλο λάσπη, λιμασμένοι
Και κακόμοιροι
Τους λυπάμαι
Γιατί κι εγώ δεν έχω να τους δώσω
Τι άλλο από ψωμί και φέτα κι ελιές

Την πρώτη φορά ήταν ένας ξένος
Μισερός και μαύρος
Μισόκλαιγε και κράταγε ένα μαχαίρι
Του 'δωσα και την κουβέρτα μου
Κι άλλα τέτοια

Αυτά, τ' άγρια χαράματα

Τη νύχτα όμως είμαστε εδώ
Ανάκτορο
Ολωνών το δρόμο διασταυρώνουμε
Και βλέπουμε
Πούθε έρχονται, ποιος τους περιμένει
Πόσο χώμα τρύπησε τις σόλες τους
Αν έσκισαν τα λάστιχα, τα πουκάμισα
Ή τα μάτια τους

Δεν ρωτάω πολλά
Καμιά φορά και τίποτα
Όμως πάντα μου αποκρίνονται
Και ξαναφεύγουν

Όπως ο διπλοραμμένος
Με τη βέρα στο δεξί
Και την ξανθιά αγκαζέ
Μάσαγε σαν κυνηγημένος
Κοιτώντας πάνω απ’ τον ώμο

Τους θυμάμαι όλους
Μόλις ξαπλώνω
Πίσω από τον πάγκο
Φέρνω τα μούτρα τους μπροστά
Και τους χορεύω

Το βίντεο δεν το 'χω για τη θύμιση
Ούτε μην μου κλέψουν τις πορτοκαλάδες
Και τα ψιλά
Να τους κουρδίζω θέλω
Να αναρωτιούνται τι κρύβω
Να σπρώχνονται στο παράξενο
Κι εγώ να το γράφω και να το ξαναπαίζω

Και να γελάω μονάχος

6.2.12

Απουσία


Πρόσωπο ρίχνει μια πέτρα σε ένα πουλί. Χουάν Μιρό.1938

Όταν μου λείπεις, θυμάμαι ένα πεύκο.
Στην κορυφή του κελαηδάει
το φως: κρυστάλλινο πουλί. Βαθιά στη γη,
μαρμάρινες παρθένες περιμένουν
τον πρίγκιπα ασπάλακα στο υπερώο του Άδη.
Στην εύοσμη καρδιά του ρετσινιού,
το μυρμήγκι θησαυρίζει τον χειμώνα του
κι ο τζίτζικας διαβάζει αρχαίους τραγικούς,
αποστηθίζοντας την ένδοξη πενία του.

Όταν μου λείπεις, ξέρω
πως είναι ωραία να μου λείπεις·
είναι ωραία: σαν ζωή.

5.2.12

Αφότου έφυγες


Βίνσεντ βαν Γκογκ. Λιόδεντρα. 1889.

Ραδιόφωνα
καλύπτουν τους οδυρμούς
του φονικού σου

3.2.12

Χρώμα έρωτας


Χρώμα στον κόσμο
που να το λένε έρωτα
δεν υπάρχει
και όμως είμαι από αυτό
όλη βαμμένη


Μτφρ: Α. Μακρυδημήτρης

19.1.12

Ραντεβού με μιαν άγνωστη



Τι θα φοράς συνεννόηση
να σε γνωρίσω
ώστε να μη χαθούμε πάλι
μες στους πολυπληθείς σωσίες σου;

31.12.11

Γυμνή


Στο χρόνο, γένους αρσενικού.
Σ΄ αυτόν που φεύγει
σημαδεμένος από την απουσία της παρουσίας σου.
Στο παγκάκι εκείνης της νύχτας,
που δεν ξημέρωσε ποτέ.
Στον «ιδιωτικό μου γκρεμό»,
φορτωμένο με σκέψεις και φωνές.
Στις ώρες που μένουν
και επιμένουν ανεκμετάλλευτες.
Σε εσένα που μόνο είπες, κάποτε.
Μπ.

Ίσως να φαίνεται
ότι γράφω για κάτι το εντελώς διαφορετικό
αλλά γράφω πάντοτε για το ίδιο γεγονός:
την αποσύνθεση του ονείρου.
Αυτά τα μικρά αγάλματα στο τζάκι-
Όπως συνεχώς καταστρέφονται από τον χρόνο.
Το πρόσωπό μου στον καθρέφτη
όπως έχει διαχωριστεί
στο δικό σου προσωπείο
και το δικό μου.

Αυτό είναι το τέλος του δρόμου
είχες κάποτε πει. Θα έλεγα ότι
αυτή είναι η άκρη
του ιδιωτικού μας γκρεμού.
Πάρε το προσωπείο μου.
Προτιμώ τα σκοτεινά τοπία.
Τα μαύρα πάρκα.
Σκόπευσα ποτέ στο φως;
Αυτή την αστραφτερή φωτογραφία.
Πάρε την από δω.
Δεν έχει σχέση μ΄ εμάς.
Όπως η απουσία κυριαρχεί.
Η παράλογη εκδοχή της ιστορίας.

Μην προσπαθείς να μ΄ εξημερώσεις
ή να μου προσφέρεις τη θηλυκή μου μορφή.
Ανήκω αλλού.
Οι απολαύσεις μου
είναι αυτές του νου.

Εκτός τόπου και χρόνου.

22.12.11

Ασανσέρ


Έτσι οι άνθρωποι παραπονιούνται περιμένοντας το λεωφορείο, «μόνο το δικό μου δεν περνάει», περνούν λοιπόν τη ζωή τους περιμένοντας να περάσει το δικό τους, όμως κανενός «δικό» δεν περνάει γιατί περνάει πάντα των άλλων κι έτσι εγώ, φίλοι μου, ή θα πάρω το επόμενο ή θα πάω σπίτι με τα πόδια.