15.3.16

Οι γυναίκες σαν εμένα

Προσφυγοπούλα στην Ειδομένη, 2016.

Οι γυναίκες σαν εμένα
δεν ξέρουν άλλο απ΄ το να κλαίνε,
κλάμα ανυπόφορο
που ξαφνικά
ξεχύνεται
όπως από κομμένη αρτηρία.

Οι γυναίκες σαν εμένα
δέχονται χτυπήματα
και δεν τολμούν να τ΄ ανταποδώσουν.
Τρέμουν από θυμό,
τον καταπνίγουν.

Σαν λιοντάρια σε κλουβιά,
οι γυναίκες σαν εμένα
ονειρεύονται…
ελευθερία…
μτφρ: Θεοδόσης Βολκώφ

Σημ.: Η Maram al-Masri είναι πολυβραβευμένη ποιήτρια από τη Συρία. Ο τίτλος τέθηκε αυθαίρετα.

15.4.15

Γυναικεία εργασία

Μαίρη Κασάτ. Το μπάνιο. 1893.

Έχω να προσέχω τα παιδιά
Ν' απλώσω τα ρούχα
Να σφουγγαρίσω το πάτωμα
Να ψωνίσω για φαγητό
Να τηγανίσω μετά το κοτόπουλο
Να σκουπίσω το μωρό
Έχω παρέα να ταΐσω
Τον κήπο να ξεχορταριάσω
Έχω πουκάμισα να σιδερώσω
Να ντύσω τα κουτσούβελα
Την κονσέρβα ν' ανοίξω
Έχω να καθαρίσω τούτη την καλύβα
Μετά να φροντίσω για τους ασθενείς
Το βαμβάκι ύστερα να μαζέψω.
Λάμψε πάνω μου, ηλιαχτίδα
Βρέξε πάνω μου, βροχή
Ριχτείτε πάνω μου απαλά, δροσοσταλίδες
και δροσίστε πάλι το μέτωπό μου.
Καταιγίδα, πάρε με από 'δω
Με τον αγριεμένο σου άνεμο
Άσε με να αιωρηθώ στον ουρανό
Ώσπου να μπορώ ξανά ν' αναπαυθώ.
Ριχτείτε απαλά, χιονονυφάδες
Καλύψτε με με λευκά
παγωμένα φιλιά και
Αφήστε με ν' αναπαυθώ απόψε.
Ήλιε, βροχή, κυρτέ ουρανέ,
Βουνό, ωκεανοί, φύλλο και πέτρα
Αστέρι λάμψε, σελήνη φέξε
Είστε ό,τι μπορώ να αποκαλέσω δικά μου.
μτφρ: Μαρία Κατσοπούλου

26.7.14

Remember

 Ρόναλντ Χουκ. Κάτι να θυμάμαι. 2010. 

Να με θυμάσαι όταν θα 'μαι μακριά,
μακριά σε χώρα σιωπηλή, να μην μπορεί
εσύ απ' το χέρι να με παίρνεις ούτε πια
μισή στραμμένη για να φύγω να 'μαι εκεί.

Να με θυμάσαι κι όταν πια δεν θα μου λες
μέρα τη μέρα σχέδιά σου για το μέλλον˙
να με θυμάσαι απλώς: καταλαβαίνεις, πλέον
θα 'ναι αργά για προσευχές ή συμβουλές.

Μα κι αν για λίγο με ξεχάσεις κι ύστερα
με θυμηθείς ξανά, μη θλίβεσαι: γιατί
εάν αφήσουν το σκοτάδι κι η φθορά

έστω ένα ίχνος από αυτά που 'χα σκεφτεί,
καλύτερα είναι να γελάς κι ας μη θυμάσαι
παρά να μη με λησμονείς και να λυπάσαι.
Επιμ.-Μτφρ: Διονύσης Καψάλης - Γιώργος Κοροπούλης

5.7.14

Τι παράξενο

Μαρκ Σαγκάλ. Οι παίκτες. 1968.

Πού είναι τώρα η παλιά μου θέληση
η προσήλωση στον δυτικό πολιτισμό
η πίστη στον απρόβλεπτο μηχανισμό
της ανθρώπινης νόησης
Με τι χαρά έβλεπα τον ήλιο ν' ανατέλλει
όλα τα περασμένα χρόνια -
και της αγάπης ο ίσκιος περπατούσε πλάι μου
πατούσε απαλά στα βήματά μου
και μπρος και πίσω μου κρυβόταν
σαν το μικρό παιδί στης μάνας τη φούστα
Μα ήρθαν άλλοι καιροί
χρόνια αδικαίωτα
Κανείς δεν ανεβαίνει πια
την σιωπηλή πλαγιά του Θορικού
μόνο στου αρχαίου θεάτρου την ορχήστρα
με ηρωισμό θαυμάσιο

σταλάζουν αίμα οι παπαρούνες. 

15.3.14

Ιστορίες από την ομίχλη

Κλοντ Μονέ. Πορεία στην ομίχλη. 1887.

Κι είπες, εγώ δεν κάθομαι να με ρημάξει η νύχτα.
Έρχεται η Σκοτεινή Κυρά να υφάνει τον ιστό της
και ανεβάζει μυστικά στο στήθος της το γάλα,
να το ταΐσει στα παιδιά που πέθαναν στη γέννα.
Κι εκείνα ξεπετάγονται από τη γη βοτάνια,
πικρά, να τα μαζέψουνε οι μάγισσες στη χάση,
όλες μαζί χορεύοντας στ' ανήλιαγο χορτάρι.
Κι είπες, άλογα μαύρα όταν διαβούν από το σταυροδρόμι,
η μάνα μου μ' ορμήνεψε να στρέψω το κεφάλι
γιατί έχουνε στα μάτια τους του Άδη το μαράζι
κι όποιος σταθεί αντίκρυ τους, πια γυρισμό δεν έχει:
με αγρίμια κοκκινότριχα και λύκους απ' τα χιόνια,
θα ζήσει όλα τα χρόνια του κι αυτός κυνηγημένος.

Γι' αυτό, είπες, δεν κάθομαι να με ρημάξει η νύχτα.

6.3.14

ἀλλ’ ἄϊ θρύληϲθα Χάραξον ἔλθην

Β. Πουζιρκόφ. Κίεβο υπό κατοχή. 1942.

Όσο γι’ αυτές τις φήμες που μου λες -πως τάχα φτάνει
απ’ ώρα σ’ ώρα ο Χάραξος με φορτωμένο πλοίο-
εγώ σου λέω πως είναι υπόθεση του Δία και των θεών.
Πάψε, λοιπόν. Καλύτερα
να με προτρέπεις να προσεύχομαι συχνά στην Ήρα
τη βασίλισσα να φέρει σώος σώο το καράβι
ο Χάραξος και σώους να μας βρει.
Τ’ άλλα ας τ’ αναθέσουμε στην εύνοια των θεών·
γιατί μετά την μπόρα, έρχεται αμέσως ξαστεριά.
Κι αυτοί, που θέλουν οι ολύμπιοι θεοί
να βγάλουν απ’ τις συμφορές,
μακάριοι γίνονται, πανευτυχείς.
Όσο για μας, αν [βάλει
μυαλό] ο Λάριχος και γίνει κάποτε άντρας,
μεγάλο πρόβλημα θα έχουμε λύσει.
μτφρ.: Γιώργος Μπλάνας

26.12.13

Το κτήνος

 Ανρί Ρουσώ. Η πεντάμορφη και το τέρας. 1908.

Πως δεν το έχετε συναντήσει μην είστε και τόσο βέβαιοι.
Κυκλοφορεί παντού, όχι όμως όταν εκείνο θέλει.
Γιατί δεν είναι που όλοι κρύβουμε ένα τέτοιο μέσα μας,
είναι και ότι Εκείνο πάντα κρύβει πίσω του έναν αφέντη.

Πως δεν το έχετε ακούσει μην το λέτε με σιγουριά.
Μιλά πολύ και ακατάπαυστα, για ΄κείνα  όμως που θέλει.
Γιατί δεν είναι πως όλοι έχουμε εμμονές,
είναι  και ότι Εκείνο δεν μπορεί να μάθει περισσότερα.

Πως δεν το έχετε μυρίσει μην το λέτε με βεβαιότητα.
Είναι άοσμο σαν το ψέμα, σαν σκόνη όμως.
Γιατί δεν είναι πως όλοι έχουμε τη μυρωδιά του ψέματος,
είναι  και ότι Εκείνο κάνει τη σκόνη λάσπη.

Πως δεν το έχετε αγγίξει μην είστε και τόσο σίγουροι.
Είναι μαλακό,  μπαλωμένο όμως από ρετάλια.
Γιατί δεν είναι ότι όλοι έχουμε ραφτεί από τους γεννήτορες,
είναι  και ότι Εκείνο έκλεψε κουρέλια  από τα χαμαιτυπεία.

Πως δεν το έχετε γευτεί μην το πείτε ποτέ.
Είναι πότε γλυκό, πότε πικρό, πότε ξινό, όμως πάντα αλμυρό.
Γιατί δεν είναι ότι όλοι έχουμε διάφορες γεύσεις,
είναι  και ότι Εκείνο, θέλει τα δάκρυά του στα μάτια των άλλων.

Τώρα, αν αγαπήσατε ένα κτήνος θέλει διερεύνηση.
Είναι εύκολη η διαπίστωση, δύσκολη όμως η αναγνώριση.
Γιατι δεν είναι ότι όλοι αγαπήσαμε
είναι  και ότι μπορεί να ξυπνήσει και το άλλο που κρύβουμε μέσα μας.

Και τότε κακό δικό Του.

Του κτήνους….  

13.12.13

Ιερογλυφικά στην άμμο

Πωλ Γκωγκέν. Ημέρα του Θεού. 1894.

Η θάλασσα είναι γαλήνια
σαν ένας μακρύς γαλάζιος αναστεναγμός.
Πάνω στον αμμόλοφο,
ξασπρισμένη από το χιόνι και τη βροχή,
η σκιά της πρώτης λεπίδας του γρασιδιού
κοφτερή, σαν τομή.

Από ποιον πλανήτη μάς έρχεσαι;
Τι φως εύχεσαι να βρεις στον ήλιο του μεσημεριού;
Ποιο σπίτι εγκατέλειψες
για να χτίσεις τούτο το φρούριο από άμμο;
Θα σε προσπεράσω αθόρυβα
και θα διαβάσω στα ίχνη των ποδιών του πουλιού
τα ιερογλυφικά
για να μάθω τις σκέψεις σου.

μτφρ: Γ. Χαβουτσάς

24.10.13

Αμαρτωλό

Πάμπλο Πικάσο. Γυμνό. 1904.

Στη Σμύρνη, Μέλπω. Ηρώ, στη Σαλονίκη.
Στο Βόλο, Κατινίτσα, έναν καιρό.
Τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Λέλα.
Ο τόπος μου, ποιος ήταν; Ποιοί οι δικοί μου;
Αν ξέρω, ανάθεμά με.
Σπίτι, πατρίδα έχω τα μπορντέλα.
Ως κι οι πικροί μου χρόνοι, οι παιδικοί μου,
θολές, σβησμένες ζωγραφιές.
Κι είν΄ αδειανό σεντούκι η θύμησή μου.
Το σήμερα χειρότερο απ΄ το χτες.
Και τα΄ αύριο απ΄ το σήμερα θε να ΄ναι.
Φιλιά από στόματ΄ άγνωστα, βρισιές
κι οι χωροφύλακες να με τραβολογάνε.
Γλέντια, καυγάδες ως να φέξει.
Αρρώστιες, αμφιθέατρο, Συγγρού
κι ενέσεις εξακόσια έξι.
Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι.
Όλη η ζωή μου του χαμού.
Μ΄ από την κόλασή μου, σου φωνάζω:
Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω.
Μ΄ από την κόλασή μου, σου φωνάζω:

Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω.

6.9.13

Γκρίζο

Ηράκλειο. 2008.

Ήμουν στο φως.
Με τα χρυσά γυαλιά στον ήλιο.
Το χαμόγελο μου στην αίσθηση του φωτός
Όταν είδα το γκρίζο πρόσωπο του μίσους.
Ήταν το πιο ακαθόριστο σημείο στο χώρο.
Σε ποιο δρόμο;
Δραπέτις ενός γκρίζου ονείρου κι εγώ
Επέστρεφα αργά
Στο δικό μου αναλλοίωτο χρόνο.
Δεν έχει αντιθέσεις εδώ.
Διαθέσεις φωτός.

Και κόσμο.

3.8.13

Μετακόμιση

Κλωντ Μονέ. Γεύμα. 1868.

I
Χθες μετακόμισα δυο δρόμους παραπέρα.
Αέρισα καλά το ξένο σπίτι
αλλά μυρίζει ακόμα φαγητά
τσιγάρα
αναπνοές.
Χθες μετακόμισα
μια μοναξιά
πιο πέρα.

ΙΙ
Σ' αυτό το σπίτι θα 'ρθούν
λιγότεροι συγγενείς
θα 'ρθούν λιγότεροι φίλοι.
Δε θα το μάθουν καν πως μετακόμισα
δε θα χτυπήσουν το κουδούνι.
Τακτοποιώ τα πράγματα. Άλλο ένα άδειο σπίτι.
Βιβλία, δίσκοι - άχρηστοι πλέον,
μικροπράγματα,
από μετακόμιση σε μετακόμιση
έφτασαν σώα ως εδώ.
Από σπίτι σε σπίτι αναλογίζομαι, μετρώ,
έχασα ανεπαίσθητα
ανθρώπους που αγαπούσα.

ΙΙΙ
Η ανάμνηση από τη μυρωδιά τους,
η κουβέντα τους, έφτασε αλώβητη ως εδώ.
Λίγες φωτογραφίες
ανάμεσά τους ξετυλίγουν τη ζωή μου.
Και ας μη μάθουν καν πως μετακόμισα.
Κι ας μη χτυπήσουν το κουδούνι.
Πρώτη μου μέρα στο καινούργιο σπίτι
το κατέκλυσαν
άνθρωποι που αγάπησα,
που έχασα,
και έφτασα ανεπαίσθητα

μια μοναξιά πιο πέρα. 

31.7.13

H μητέρα μου

Ζωρζ Σερά. Απόγευμα Κυριακής στο νησί Γκραντ Ζατ. 1884-1886.

[Η μητέρα μου και οι αδελφές της]

Περπατώντας γυμνόποδοι πάνω στο γρασίδι
Ήταν μια τελετουργία αγάπης
Η γη
Χάιδευε το δέρμα των αισθήσεών μας
Το γρασίδι χάραξε τα δάκτυλα των ποδιών μας
Ένα μικρό συμβόλαιο με την ευτυχία.

[Εγώ και η μητέρα μου]

Είπες:
Όταν καθόμασταν στο τραπέζι του Σαββάτου
Φορούσα το καλύτερό μου φόρεμα, τους καλύτερούς μου τρόπους.
Ήταν μια τελετουργία ευτυχίας.
Ψιθύρισα: μητέρα
Ακόμη κρατάς τη χαρά των μικρών πραγμάτων
Σαν η χαρά αυτή να είχε προστατευθεί
Από έναν χρόνο που ήταν δικός σου,
Από έναν χρόνο που δεν τον κούρσεψε η θλίψη.

[Συνομιλία]

Ένιωσα κάποιον άνθρωπο χωρίς διαστάσεις
Να περπατά μέσα στη νύχτα μου.
Εκείνη ρώτησε: πιστεύεις στον Θεό;
Εσύ απάντησες: η σκέψη πως ο Θεός υπάρχει
Πονά τόσο όσο η σκέψη ότι δεν υπάρχει.
Αδελφέ, ψιθύρισε εκείνη:
Είσαι άνθρωπος που ο Θεός τον βασάνισε.
Σιωπηλός άγιος.

[Σαν αστείο]

Έλεγες:
Υποφέρουμε επειδή ο κόσμος είναι ατελής.
Ο Θεός όφειλε να τελειοποιήσει τη δημιουργία
Κατά την έβδομη ημέρα.
Στο κάτω κάτω, είχε μια ολόκληρη αιωνιότητα

Για να ξεκουραστεί.
Μτφρ: Σ. Ροζάνης

24.7.13

Mediterraneo

Ταβίκ Φράντισερ Σιμόν. Κορίτσι στη θάλασσα. 1903.

Δεν είμαι πράσινη, γαλάζια, κυανή;
περίκλειστη, μικρή, νεροταξίδευτη καλόπνευστη με αύρες;
όχι;
Ωραία ναυάγια, θησαυροί;

Δεν είμαι, εκεί μέσα,
το Αγκριτζέντο εκεί μέσα και η Κατάνη και
η κοιλάδα των ναών και
το στεφάνι με τα ρόδα και τα κρίνα; - όχι;

Δεν είμαι το άστρο-πόλεμος κι όταν νυχτώνει αγάπη
κι ύστερα πάλι αυγερινός η Αστάρτη η Αστραδενή,
η Αφροδίτη-Αφρούλα; Πώς;
Πώς δεν;

Δεν είμαι επτά νότες, επτά παύσεις, επτά αξίες που και στην Κίνα ακόμα
αν θα πας, άλλες δεν έχει; - όχι;
Έχει;

Δεν είμαι η αίγια η κότσιηνη, ωριά θωριά κατάφυτη, η μαύρη γη κατάφυτη,
φούλια τριφύλλια κλωστικά και χέννα η λάγια - βάψτε με! η θεριακή,
η αντίδοτη, βάψτε με και στολίστε με! κι όλα τα αντίθεα ποτά χαλάλι της
να πείτε θολώνει που επιθύμησε στης δαγκωνιάς το κέντρο, πράσινα όλα
πράσινα, ζεστό φιλί επιθύμησε και σκουροζώνιν ρίφιν
- όχι χαλάλι;
Όχι μου;

Δεν είμαι ο ρηχός βυθός, ο παφλασμός, eros, himeros, pothos, η γλώσσα
φλοίσβος γλώσσα του νερού, υγρή φωνή, η προγονή του ωκεανού με το
παλάτι μάρμαρο, με το παλάτι ολόλευκο και τα άλογα ζεμένα στον θυμό
του κοσμοσείστη, εδώ σταθείτε, κατεβείτε οι ουρανοί, καθρεφτιστείτε,
στεριές οι δασωμένες, οι στεγνές, οροσειρές, οι λαξευτοί, διώροφοι από
τα Μύρα της Λυκίας οι τάφοι, περίτεχνοι φιλάρεσκοι οι τάφοι, μικρή Ασία,
εγγύς Ανατολλή, το χέρι μου να ξεχαστεί ποτές μου αν σε ξεχάσω...;
Να ξεχαστεί;
Το χέρι;

Δεν είμαι σπίτι και κατάρτι και κουπιά -χρυσό αρματωμένο κάτεργο-
όχι;
Δεν είμαι κάτεργο;

ωωω!

9.7.13

Πρωινό τραγούδι

Ελίζαμπεθ Φρέιζερ. Φίλα την αγελάδα. 2009. 

Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου. Καινούριο άγαλμα.
Σ' ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
σκιάζει την ασφάλειά μας. Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά τη δική του αργή εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ ν' αφουγκραστώ:
μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στ' αυτί μου.

Μια κραυγή και σκουντουφλώ απ' το κρεβάτι, βαριά σαν αγελάδα και λουλουδιασμένη
μες στο βικτωριανό μου νυχτικό.
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού. Το τετράγωνο του παράθυρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
μια φουχτίτσα νότες˙
τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.


Μτφρ: Κλαίρη Σωτηριάδου

27.6.13

Στην άκρη της θάλασσας

Κρίστιαν Νάις. Κορίτσι με κίτρινο φόρεμα. χ.χ.

Χαμηλά την ακτή ψαλιδίσαν οι κόλποι,
Πανιά πολλά στ' ανοιχτά αρμενίζαν,
Κι εγώ στέγνωνα τ' αλμυρά μου μαλλιά
Σε βράχο πλατύ, από τη στεριά ένα μίλι.
Ένα πράσινο ψάρι γλιστρούσε σε μένα,
Ένας άσπρος γλάρος σε μένα πετούσε,
Κι ήμουνα τολμηρή και χαρούμενη, ήμουν αγρίμι,
Και διόλου δεν ήξερα πως αυτό είναι ευτυχία.
Το κίτρινο φουστάνι μου έθαβα στην άμμο,
Μην το πάρει ο αέρας, μην το κλέψει ο αλήτης,
Και στη θάλασσα ανοιγόμουν και ξάπλωνα
Στα ζεστά σκοτεινά κύματά της.
Όταν γύριζα αναβόσβηνε κιόλας
Από τα ανατολικά το φως του φάρου,
Κι ο καλόγερος στης Χερσονήσου την πύλη
Με ρωτούσε: «Πού γυρνάς μες στη νύχτα;».

Ένιωθα το νερό κι οι γείτονες το ξέραν,
Κι όταν άνοιγαν καινούργιο πηγάδι
Με καλούσαν να βρω το μέρος
Και δεν πήγαινε ο κόπος τους χαμένος.
Όπως άλλοι μαζεύουν μανιτάρια ή μούρα,
Μάζευα εγώ σφαίρες των Γάλλων,
Κι έφερνα σπίτι μες στην ποδιά μου
Θραύσματα σκουριασμένα από βαριές οβίδες.
Κι έλεγα με θυμό στην αδερφή μου:
«Όταν θα γίνω τσαρίνα,
Έξι θωρηκτά θα φτιάξω
Κι έξι κανονιοφόρους,
Για να φρουρούν τις ακτές μου
Από δω ως τ' ακρωτήρι».
Και τη νύχτα μπροστά στο κρεβάτι
Στη σκοτεινή προσευχόμουν εικόνα
Τις κερασιές να μην χτυπήσει χαλάζι,
Ένα ψάρι μεγάλο να πέσει στα δίχτυα,
Κι ο πονηρός αλήτης να μην προσέξει
Το κίτρινό μου φουστάνι.


Μτφρ: Α. Λαμπρινίδου 

4.6.13

Κατρακύλησα


Βλάσης Κανιάρης. Πρώτο και Δεύτερο επίπεδο.1974.

Για τον Κωνσταντίνο Καβάφη

Δεν βρίσκω από πού ν' αρχίσω
Ξέχασα / ξεχνάω λοιπόν
Βγήκα χωρίς κλειδιά
Χωρίς σπίτι
Όλοι φαίνεται να ξέρουν
(κι ας μη μιλάω με αγνώστους)

Εσύ βάδιζες χαμένος
Κουράστηκες στην κόψη του παραμυθιού
Είχε νερό ακόμα
από την παλιά καθαρή βροχή
(Έκλεισα τα μάτια)
Στο γλυκανάλατο λασπωμένο πρωινό
(Κρύφτηκα μετά)
Για να γυαλίσει στο νερό τα σύνεργά του
Ο άσχημος ξένος
(Και κατρακύλησα)
Χωρίς εμφανείς τραυματισμούς
Στου νερού τα μαλακά εντόσθια
Κοιμισμένη στο φιλί του βατράχου
Στου πρίγκιπα την έκπληξη
(Θα αργήσω να λιώσω)

Σου φύλαξα ζεστό φαΐ.

27.5.13

Άνοιξη σε κρύσταλλο


Αλέξανδρος Ανδρουλάκης. Άνοιξη. 2008.

Με κόκκινο και σιωπή αλλάζει
ο αριθμός εκεί που οι
δείκτες του παλιού ρολογιού
δεν σταματάνε ποτέ
χωρίς τους ήχους
της δικής σου μικρής άνοιξης
-αφήνω ευχή πάνω σε πολύχρωμο κρύσταλλο-
οι δείκτες σου δεν σταματάνε ποτέ
ένα δωμάτιο γεμάτο κεριά αναμμένα
ο κόσμος όλος
μια χαρά καλά κρυμμένη
σε νότες σονάτας που
αγγίζει σελήνη
σε χαμηλό ταβάνι
νύχτα στη νύχτα
το θαύμα
γεννιέται
εκεί που οι δείκτες σταματάνε
για πάντα

σε σένα

29.4.13

Πρωινό τραγούδι


Ευαγγελία Βούλτσου. Βήματα στις νότες της αγάπης.2013.

Η αγάπη σ' έβαλε μπρος σαν να 'σουν ένα χοντρό χρυσό ρολόι.
Η μαμή ράπισε τις πατούσες σου και το γυμνό σου κλάμα
πήρε τη θέση του ανάμεσα στα στοιχεία της φύσης.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, εξυμνώντας την άφιξή σου. Καινούργιο άγαλμα
σε ανεμοδαρμένο μουσείο, η γύμνια σου
σκιάζει τη σιγουριά μας. Στεκόμαστε ολόγυρα ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντικατοπτρίσει
τη δική του αργή
εξάλειψη απ' το χέρι του ανέμου.

Όλη τη νύχτα η ανάσα σου σαν νυχτοπεταλούδα
φτερουγίζει ανάμεσα στα άψυχα ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ κι αφουγκράζομαι:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει στο αφτί μου.

Μια φωνή και κατρακυλώ απ' το κρεβάτι, λουλουδάτη και βαριά σαν αγελάδα
μες στη βικτωριανή νυχτικιά μου.
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν γάτας. Το παράθυρο
ασπρίζει και καταπίνει τα αχνά του αστέρια. Και τώρα αρχίζεις να εξασκείς
τις λιγοστές σου νότες˙
τα διαυγή φωνήεντα ανυψώνονται σαν μπαλόνια. 

23.4.13

Εμπράκτως


Αμεντέο Μοντιλιάνι. Καθιστό γυμνό. 1917.

Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη,
ο τόπος μου είναι το νόημα.
Τα μέσα μου είναι τα φτερά
και ασαφής ο σκοπός μου.

Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου,
η σκέψη μου είναι τα φτερά.
Το νόημα είναι τα μέσα μου
και ακαθόριστος ο τόπος.

Αν τρέμει το νερό στην πηγή του,
το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται.
Κάποιος πέταξε και του 'φερε να πιει,
για να 'χει η σκέψη του νόημα.

16.4.13

Via dei Cinquecento


Γιοχάνες Βερμέερ. Γυναίκα στα μπλε διαβάζοντας επιστολή. 1663-1664.

Βαραίνουν ανάμεσα στους δυο μας
τόσες λέξεις που δεν ειπώθηκαν

και η ακόρεστη πείνα
τα ουρλιαχτά των μωρών που δεν ηρεμούν,
το στήθος των φθισικών μαμάδων
κι η μυρωδιά -
μυρωδιά κουρελιών, περιττωμάτων, θανάτων -
που έρπει σε ζοφερούς διαδρόμους

είναι ένας φράκτης που βογκά στον άνεμο
ανάμεσα σε μένα και σε σένα.

Όμως έξω,
δύο μεγάλα ακίνητα φώτα κάτω από ομιχλώδη άστρα
σηματοδοτούν τις πλατιές εκβολές
και το νερό
που κατευθύνεται στην εξοχή

και κάθε λεπίδα φωτός, κάθε ναός
μαύρος στον ουρανό, κάθε βήμα
τριμμένων φτωχών παπουτσιών

με φέρνει μέσα από διαδρομές ανέμου
ευλαβικά
σε σένα.
Μτφρ: Α. Γρίβα