16.8.09

Οι ανυφάντρες δίχως άντρα

Να τες οι ανυφάντρες των πόντσος, σκάβοντας το χώμα μέσα στις πέτρες για να ξεθάψουν τα δέρματα που έχουν πια μουλιάσει. Τώρα θέλουν κοπάνισμα, που θα τις σκεπάσει με κόκκινη σκόνη, κι ύστερα θ΄ αρχίσουν το μάδημα. Οι τσούπρες θ΄ ανεβούν σε λίγο τη ρεματιά να κουβαλήσουν το νερό που χρειάζεται να βράσουν το μαλλί και να το ξεπλύνουν.
Είναι τα τελευταία δέρματα: λιγόστεψαν τα βιγόνια, λιγόστεψε και το κυνήγι των προβατοκαμήλων, γι΄ αυτό κι οι άντρες παν να βρουν δουλειά στο ζαχαροκάλαμο, κατά το Τουκουμάν, και στη Χιλή. Μπορεί να τους καλούν κι οι μάγισσες του Φαματίνα, τις ήσυχες νύχτες, όταν ακούγεται κείνο το τραγούδι, σαν πεθαμένου, που υπόσχεται το χρυσάφι και τον αμέθυστο, κρυμμένο μέσα σε πέτρα. Οι άντρες πιστεύουν πώς είναι το τραγούδι της αγάπης και του πλούτου, και τρέχουν. Φεύγουνε σαν δραπέτες, άλλο από το μονοπάτι του Ινδιάνου, άλλοι από του βοριά τα μέρη, μόλις μυριστούν τον Ζούντα, το ζεστό αγέρι, αρμυρό από τον ιδρώτα της γης.

Μια νύχτα που τις Ανσέλμα της φάνηκε πως άκουσε τις πατούσες του πούμα, βγήκε στο ξάστερο και είδε μια ξένη μάγισσα να χτενίζεται σιγοτραγουδώντας. Από το τραγούδι της κατάλαβε πως ήταν από το Φαματίνα. Στα μαλλιά της είχε χρυσαφένιες καρφίτσες, που σπιθοβολούσαν σαν του θειαφιού τη θράκα. Όταν η Ανσέλμα γύρισε στην καλύβα της, βρήκε τον άντρα της να ετοιμάζεται. Είχε χρυσά τσιμπήματα σ΄ όλο το κορμί και μάτια σαν καρφίτσες.
«Γιατί παίρνεις το γαϊδούρι;» τον ρώτησε. «Θα γυρίσω αμέσως», της απάντησε. Η Ανσέλμα όμως ήξερες πως πήγαινε για το Τσιλεσίτο και πως δε θα ξαναγυρνούσε.
Σε λίγο έφυγε και ο γείτονας, και τ΄ αδέρφια, και τα ξαδέρφια και τ΄ αγόρια του γείτονα. Ακόμα και τα κοπέλια, μόλις ξετινάζονταν λιγάκι, άρχιζαν να κοιτάζουν μακριά. Και μια κάποια νύχτα χάνονταν.
Δίχως άλλο, στο Φαματίνα υπήρχε χρυσάφι. Υπάρχει, χωρίς αμφιβολία. Το βρήκε ο Ανισέτο, αυτός που γκρεμοτσακίστηκε. Ακόμα και ο πέτρινος σταυρός, που σηκώσανε στη μνήμη του. Έχει μέσα του μια χρυσή φλέβα. Τα δισάκια του Ανισέτο ήταν φορτωμένα χρυσάφι, όταν κατρακύλησε στα κατσάβραχα που τον πλάκωσαν. Και ο Λεόνσιο είχε το ζουνάρι του γεμάτο κουκούτσι από χρυσάφι, όταν το έφραξε στη σπηλιά μιας μάγισσας ένα κοτρόνι του βουνού.

Ο Σίριλο φόρτωνε φτυαριές το χρυσάφι, κι αυτό ξαναγινότανε. Ένας αμούστακος, που πήγαινε για νερό, πρόφτασε και τον είδε, με τα πέντε μουλάρια του φορτωμένα, ψηλά στο μονοπάτι του Ινδιάνου, στην πλαγιά του Μιράντα. Τον είδε λίγο πριν γκρεμιστεί, με τα δισάκια του να βγάζουν σπίθες στον ήλιο. Κι αυτό του συνέβηκε γιατί δεν πήρε φυλακτό του την Παναγιά του Κάμπου, από φόβο μήπως θυμώσει το Βρέφος-Δήμαρχος [σ.τ.μ. θεότητα των Ινδιάνων], που πάλι ξέχασε να το πάρει, γιατί δεν ήταν της θρησκείας του. Ο αμούστακος είπε πως οι μούλες, τώρα λεύτερες, χλιμίντριζαν σηκωμένες στα πισινά τους, σαν κατσίκες, και πως καθώς ξύνονταν στα μαλαματένια βράχια, τους φύτρωναν γυναικεία μαστάρια. Μα, ποιος θα πιστέψει τους αμούστακους, που δεν είναι ούτε κοπέλια ούτε άντρες. Και δεν είναι μυστικό πως στο φως του φεγγαριού καθετί αστραφτερό τους φαίνεται γυναίκας κόρφος.

Λέγοντας και ξαναλέγοντας ιστορίες οι ανυφάντρες, τις κάμανε παράδοση. Λέγανε πως το Βρέφος-Δήμαρχος παρουσιάστηκε στη Σιγκισμούντα, με το σκήπτρο και το χρυσό του πόντσο, και της φανέρωσε πως ο άντρας της είχε παντρευτεί μιαν άλλη, από αυτές του Φαματίνα. Λέγανε πως μια νύχτα ο Αι Νικόλας, από τη Ριόχα, είπε στο αυτί της Ανατίλδε πως ο Αβελίνο, παραφορτωμένος όπως ήταν, γκρεμοτσακίστηκε στην Πλαγιά του Χουάκο. Πέφτοντας στον φεγγαρόκαμπο, τον παρέλαβε η Κυρα-΄Ισπα, τον έλουσε με ασημόνερο και τον στέγνωσε με τεμπεσίρι, για να καθαρίσει και το χρυσάφι του, και ν΄ αστράφτουν περισσότερο κι από τη φεγγαρίσια πέτρα.

Οι ανυφάντρες πλένανε τώρα το μαλλί, μα η μικρότερη, η Ουλόχια [σ.τ.μ. Ουλόχια, Ουσέβια, είναι τα ελληνικά ονόματα Ευλογία, Ευσεβία, κ.τ.λ., που μετέφεραν στη Ν. Αμερική οι καθολικοί ιερείς], μάδιζε ακόμα ένα δέρμα γεμάτο χώματα με τόση δύναμη, που το ΄σκισε στα δυο. Καλή της τύχη που ήταν προβατοκαμήλας, γιατί αν ήταν από βιγόνι, οι άλλες θα πέφτανε απάνω της, κι ένας Θεός ξέρει ως που θα φτάνανε. Όχι πως δεν το σκέφτηκαν· αλληλοκοιτάχτηκαν, όμως καμιά δεν θέλησε να κάνει την αρχή.
Απλώνουν τώρα το πλυμένο μαλλί πάνω στις πέτρες, να στεγνώσει, ένας κουρασμένο αγέρι, με μυρωδιά μακρινής χώρας, σιγοανεβαίνει. Στην καθεμία τους φέρνει θύμησες από τον άντρα της που, ζωντανός ή πεθαμένος, βρίσκεται ποιος ξέρει πού, και με ποιαν. Όσες είναι ακόμα κοπελιές, περιμένουν κάποιον άγνωστο, που μπορεί να ΄ρθει να τις ζητήσει, ή ονειρεύονται φευγάλες με κάποιον αμούστακο, απ΄ αυτούς που σιγά σιγά γίνονται άντρες. Μόλις όμως αντρωθούν, φεύγουν μόνοι τους και στο σκοτάδι.
Το απομεσήμερο προχωράει σίγουρο, σαν τα χέρια των ανυφάντρων, και ο ήλιος πάει να γείρει πίσω από τη μαύρη ράχη. Το μαλλί θα μείνει εκεί, στο ξάστερο, πάνω στις πέτρες. Το πρωί θα του δώσουν το τελευταίο κοπάνισμα για να το μαλακώσουν, κι ύστερα θ΄ αρχίσουν το κλώσιμο και το φάσιμο. Οι γυναίκες τώρα γυρνούν στις καλύβες τους, όπου δεν ακούγεται κλάμα μωρού. Το ασημένιο ποτήρι με τα μάτε φτάνει στα χέρια του αμούστακου, που τεντώνεται με τα μάτια γεμάτα δυσπιστία.
.


Πρώτες το άκουσαν αυτές που κάθονταν στις καλύβες του νότου. Τώρα όμως ακούγεται ν΄ ανεβαίνει απ΄ όλη την πλαγιά, σιγανό, ανέμελο, ένα σφύριγμα μακρόσυρτο, τεμπέλικο, σαν ένα λάσο, που κλωθογυρίζει και πέφτει στη χαράδρα, στο βάθος κάθε χαράδρας, για να σηκωθεί και πάλι, και πάλι ν΄ ακουστεί. Σφύριγμα διαπεραστικό, σφύριγμα σερνικό.
Οι ανυφάντρες βγήκαν στις πόρτες των καλυβιών τους, και σαν να τις τύφλωσε και να τις κούφανε το αστροπελέκι, πήρανε τον κατήφορο και φτάσανε στο δρόμο. Το σφύριγμα όσο πάει μεγαλώνει, μελωδικό, περήφανο, σαν τη φραγκοσυκιά, γλυκό σαν τον καρπό της, αντρίκιο σφύριγμα.
Τώρα οι γυναίκες σιωπάς και στραβοκοιτάζονται, γεμάτες υποψία. Οι νεότερες συγυρίζουν τα ξεβαμμένα φουστάνια τους, με τα επιδέξια χέρια που ξέρουν να φαίνουν πόντσος. Αν πήγαιναν, να φορέσουν το κυριακάτικό τους φουστάνι, αυτό που φυλάγουν στο σεντούκι, για τη μέρα που θα πάνε στη σπηλιά της Παναγιάς του Κάμπου; Μπορείς να ΄χουν ακόμα καιρό, όμως δεν τον αποφασίζουν. Το σφύριγμα φουντώνει, αγκαλιάζει τα βουνά. Η Ουλόχια έχει αυτή δεύτερο φουστάνι, κόκκινο, που το φυλάει κάτω από το κλινάρι του καλυβιού της. Το φουστάνι αυτό αφήνει ένα μεγάλο άνοιγμα στο στήθος. Γυρνάει ξάφνου τις πλάτες της, και με το μαχαίρι που κρατάει για τις φραγκοσυκιές, ανοίγει μια κοψιά στο φουστάνι που φοράει, ως τα μεστά της στήθια. Ένα σκοτεινό και υποψιασμένο αγέρι ανεμίζει τα μαλλιά και τις φούστες των άλλων γυναικών.
Η Ουλόχια είναι η πρώτη που τον είδε, σε μια στροφή του δρόμου. Οι άλλες αντίκρισαν τη ματιά του κι ανέβηκαν στα κοτρόνια για να δουν καλύτερα: ένας άντρας καβάλα σ΄ ένα γαϊδούρι. Τώρα το τραγούδι ανεβαίνει ηδονικό, ύπουλο, σφύριγμα που σκάει στις πέτρες και τα πουκάμισα των γυναικών, και τα κάνει να τρίζουν. Είναι ξένος. Δε μοιάζει με τους άλλους, που φύγανε σιωπηλοί, κοιτάζοντας μακριά, όλο μακρινότερα. Αυτός είναι πιο νιος, όσο ποτέ δεν ήταν οι άλλοι, και πρέπει να ξέρει πράματα καινούρια και παλιά, και ξέρει να τ΄ ανιστορεί. Στο ένα του χέρι κρατάει, σαν καμουτσί, μυροβότανο. Δεν βλέπουν να ΄χει ούτε λάσο ούτε μαχαίρι.

Κρυμμένες μέσα στους ξερούς βάτους τον βλέπουν να περνάει σφυρίζοντας, χωρίς να τις βλέπει. Κράαακ, η Ουλόχια σπάει με δύναμη ένα βροντόλαλο κλωνάρι, ο ξένος ωστόσο δε σταματάει, και μόνο γελάει από μέσα του, μόνο με τα μάτια.
Ύστερα το σφύριγμα, σιγά σιγά, γίνεται ψιλή κλωστώ, ατέλειωτη, σαν ποτάμι ζωγραφιάς, που δεν ξεραίνεται ποτέ του. Κάτι τέτοιο είναι κι ο ξένος.
Η Ουλόχια πετιέται από τη βίγλα της. Τώρα βρίσκεται στο δρόμο. Στραβοκοιτάζει τις άλλες. Απάνω της πέφτουν και βαραίνουν τα μάτια των άλλων. Ακόμα και οι γριές, σωστές ξυλόριζες, ρίχνουν ματιές δικαστή και ενωματάρχη. Η Ουλόχια προβαίνει ακόμα ένα βήμα. Είναι σα να πάτησε αλεποπαγίδα. Ανσέλμα και η Ανακλέτα, η Ουσέβια, η Σιγισμούνδα, η Ουχένια και η Αναστασία, πηδάν κι αυτές στο δρόμο. Η Ουλόχια περιμένει, βαριανασαίνοντας, όμως ήσυχη, καθώς το μακρινό, μισοσβησμένο, ξεμακραίνει, ζεστό, στερνή ανάσα του ήλιου, κάπου πιο κάτω, στα λαγόνια της γης.
Ύστερα, μόνο η κρύα νύχτα και η σιωπή, που την σπάζουν οι φωνές των άγριων πουλιών. Οι πιο γριές κι οι πιο μικρές, γυρνούν στα καλύβια τους, όμως η Ουλόχια, όπως και Αναστασία, στέκονται κει, επίμονα, και κρυφοκοιτάζουν η μια την άλλη. Το σκοτάδι βαστάει πιότερο από το φως…
T΄ αστέρια στραφταλιάζουν δυνατά, και στην καθεμιά τους λένε και μιαν ιστορία: για ξεραμένες κοίτες, για εκκλησιές με τρούλους καμωμένους από σφυρίγματα, για διαβόλους που γέρνουν πάνω στα μάτια των κοιμισμένων γυναικών, για τις αλοιφές που γίνονται με δάκρυα κατσικιών. Κρίμα, που δεν ακούγεται ούτ΄ ένα γέλιο στρίγγλας, ένα γέλιο, που ίσως και να το περίμεναν οι ανυφάντρες.

Κατά τα ξημερώματα ξανακατεβαίνουν οι γριές και οι κορούλες. Φαίνονται ακόμα πιο αδύνατες μέσα στο αδύνατο φως της χαραυγής, που μόλις αγγίζει την πλαγιά.
-Προχωρήστε, λοιπόν, τι χασομεράτε, μας περιμένουν τα μαλλιά κατάστεγνα. Είναι καιρός ν΄ αρχίσουμε το λανάρισμα. Κι ύστερα το γνέσιμο –είπε μια γριά.
Κουβαλούν τα σύνεργα και μοιράζουν τους κόπανους. Ξάφνου ακούγεται, πολύ μακριά, το σφύριγμα.
Αδύναμο τώρα και τρεμάμενο, σαν κραυγή φτωχού πουλιού, σε τούτο το ξημέρωμα χωρίς πουλιά. Είναι το ίδιο το χθεσινοβραδινό τραγούδι, όμως χωρίς ζωή. Οι γυναίκες στέκονται ακίνητες και αμίλητες. Ο ήλιος ανεβαίνει τα σκαλοπάτια τ΄ ουρανού, όμως το τραγούδι σταματάει, κάπου σβήνει, σαν πουλί που ξεψύχησε στο πέταγμά του. Ύστερα, πάλι σηκώνεται, ξαναβρίσκει τα φτερά του.
Επιτέλους, στη στροφή του μονοπατιού φαίνεται καθαρά κάτι που προχωράει. Δεν είναι καβαλάρης. Πορεύεται πεζός, κουνιέται, το τραγούδι του δεν είναι καν σφύριγμα, τρέχει θολό νερό, πολύ αδύναμο για να γίνει σφύριγμα, φωνή σερνάμενη, κυματιστή… μια γυναίκα με κίτρινη μπλούζα, με φούστα και μαλλιά χρυσοκόκκινα, χρώμα που έχει το βρώμικο χρυσάφι, μια γυναίκα που ξαναγεννιέται μέσα στη σάρκα της και που τη χαίρεται, τραγούδι-ποτάμι με χρυσά λέπια, ποτισμένη ποταμιά γονιμοποιημένη, σερπετό με πράσινα μάτια, όχι το πράσινο της φραγκοσυκιάς, παρά το πράσινο φαρμάκι που έχει το χρυσάφι, που κάνει να σκάνουν οι πέτρες και οι άντρες.
-Μάγισσα, στρίγγλα, φώναξε η Ουλόχια.
-Στρίγγλα, στρίγγλα, ξανάπαν η Σιγισμούνδα και η Ανσέλμα, η Αναστασία και η Ουχένια κι ακόμη η Ανάκλετα και η Ουσέβια. Στρίγγλα, στρίγγλα, στρίγγλα, αντιλάλησαν οι πλαγιές, τα βουνά, οι γριές, οι κοπελιές, τ΄ αγριάγκαθα, η χαρουπιά κι η ξεραμένη ρεματιά. Στρίγγλα, γέλασε το ξεμοναχιασμένο αγριοπούλι, και μούγκρισαν οι πέτρες, κι η γυμνή από χώμα γης, κι οι ανυφάντρες κατέβαζαν τους κόπανους, που έκοφταν σφυρίζοντας τον αέρα, χωρίζοντάς τον σε ζεστές λωρίδες, κούρβουλα και κλωνιά σπασμένα πάνω στην ξωμερίτισσα, ρεματιά με ρυάκι μόνο για τον εαυτό της, γυναίκα-γυναίκα, πεσμένη, καταραμένη, που χύνει αίμα γλυκό στρίγγλας και σκόνη χρυσαφιού πάνω σε κατακαμένες σουβλερές πέτρες, σπαρταρώντας μες στ΄ αγκάθια, καθώς οι ανυφάντρες δίχως άντρα κοπανούν με τους κόπανους δυνατά, πιο δυνατά, εκείνη τη χαριτωμένη στρίγγλα που τώρα βογγίζει, γρυλίζει, αιματοκυλιέται…

-Εγώ σο το ΄πα, πως μια μέρα βρήκαμε μια στρίγγλα με φιδίσια γλώσσα, που σφύριζε, κεντρισμένη από το διάβολο. Να την κάψει το θειάφι, να γίνει αποκαΐδι, καταραμένη στρίγγλα…

Μτφρ: Γ. Χουρμουζιάδης