4.6.13

Κατρακύλησα


Βλάσης Κανιάρης. Πρώτο και Δεύτερο επίπεδο.1974.

Για τον Κωνσταντίνο Καβάφη

Δεν βρίσκω από πού ν' αρχίσω
Ξέχασα / ξεχνάω λοιπόν
Βγήκα χωρίς κλειδιά
Χωρίς σπίτι
Όλοι φαίνεται να ξέρουν
(κι ας μη μιλάω με αγνώστους)

Εσύ βάδιζες χαμένος
Κουράστηκες στην κόψη του παραμυθιού
Είχε νερό ακόμα
από την παλιά καθαρή βροχή
(Έκλεισα τα μάτια)
Στο γλυκανάλατο λασπωμένο πρωινό
(Κρύφτηκα μετά)
Για να γυαλίσει στο νερό τα σύνεργά του
Ο άσχημος ξένος
(Και κατρακύλησα)
Χωρίς εμφανείς τραυματισμούς
Στου νερού τα μαλακά εντόσθια
Κοιμισμένη στο φιλί του βατράχου
Στου πρίγκιπα την έκπληξη
(Θα αργήσω να λιώσω)

Σου φύλαξα ζεστό φαΐ.

27.5.13

Άνοιξη σε κρύσταλλο


Αλέξανδρος Ανδρουλάκης. Άνοιξη. 2008.

Με κόκκινο και σιωπή αλλάζει
ο αριθμός εκεί που οι
δείκτες του παλιού ρολογιού
δεν σταματάνε ποτέ
χωρίς τους ήχους
της δικής σου μικρής άνοιξης
-αφήνω ευχή πάνω σε πολύχρωμο κρύσταλλο-
οι δείκτες σου δεν σταματάνε ποτέ
ένα δωμάτιο γεμάτο κεριά αναμμένα
ο κόσμος όλος
μια χαρά καλά κρυμμένη
σε νότες σονάτας που
αγγίζει σελήνη
σε χαμηλό ταβάνι
νύχτα στη νύχτα
το θαύμα
γεννιέται
εκεί που οι δείκτες σταματάνε
για πάντα

σε σένα

29.4.13

Πρωινό τραγούδι


Ευαγγελία Βούλτσου. Βήματα στις νότες της αγάπης.2013.

Η αγάπη σ' έβαλε μπρος σαν να 'σουν ένα χοντρό χρυσό ρολόι.
Η μαμή ράπισε τις πατούσες σου και το γυμνό σου κλάμα
πήρε τη θέση του ανάμεσα στα στοιχεία της φύσης.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, εξυμνώντας την άφιξή σου. Καινούργιο άγαλμα
σε ανεμοδαρμένο μουσείο, η γύμνια σου
σκιάζει τη σιγουριά μας. Στεκόμαστε ολόγυρα ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντικατοπτρίσει
τη δική του αργή
εξάλειψη απ' το χέρι του ανέμου.

Όλη τη νύχτα η ανάσα σου σαν νυχτοπεταλούδα
φτερουγίζει ανάμεσα στα άψυχα ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ κι αφουγκράζομαι:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει στο αφτί μου.

Μια φωνή και κατρακυλώ απ' το κρεβάτι, λουλουδάτη και βαριά σαν αγελάδα
μες στη βικτωριανή νυχτικιά μου.
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν γάτας. Το παράθυρο
ασπρίζει και καταπίνει τα αχνά του αστέρια. Και τώρα αρχίζεις να εξασκείς
τις λιγοστές σου νότες˙
τα διαυγή φωνήεντα ανυψώνονται σαν μπαλόνια. 

23.4.13

Εμπράκτως


Αμεντέο Μοντιλιάνι. Καθιστό γυμνό. 1917.

Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη,
ο τόπος μου είναι το νόημα.
Τα μέσα μου είναι τα φτερά
και ασαφής ο σκοπός μου.

Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου,
η σκέψη μου είναι τα φτερά.
Το νόημα είναι τα μέσα μου
και ακαθόριστος ο τόπος.

Αν τρέμει το νερό στην πηγή του,
το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται.
Κάποιος πέταξε και του 'φερε να πιει,
για να 'χει η σκέψη του νόημα.

16.4.13

Via dei Cinquecento


Γιοχάνες Βερμέερ. Γυναίκα στα μπλε διαβάζοντας επιστολή. 1663-1664.

Βαραίνουν ανάμεσα στους δυο μας
τόσες λέξεις που δεν ειπώθηκαν

και η ακόρεστη πείνα
τα ουρλιαχτά των μωρών που δεν ηρεμούν,
το στήθος των φθισικών μαμάδων
κι η μυρωδιά -
μυρωδιά κουρελιών, περιττωμάτων, θανάτων -
που έρπει σε ζοφερούς διαδρόμους

είναι ένας φράκτης που βογκά στον άνεμο
ανάμεσα σε μένα και σε σένα.

Όμως έξω,
δύο μεγάλα ακίνητα φώτα κάτω από ομιχλώδη άστρα
σηματοδοτούν τις πλατιές εκβολές
και το νερό
που κατευθύνεται στην εξοχή

και κάθε λεπίδα φωτός, κάθε ναός
μαύρος στον ουρανό, κάθε βήμα
τριμμένων φτωχών παπουτσιών

με φέρνει μέσα από διαδρομές ανέμου
ευλαβικά
σε σένα.
Μτφρ: Α. Γρίβα

31.3.13

Μπλε του κοβαλτίου


Πωλ Γκωγκέν. Μαντλίν Μπερνάρ.1888.

Τέμνουσες ματιές.
Στο μπλε του κοβαλτίου.
Και μια σκισμένη σημαία
να υπογραμμίζει την παραίτηση.
Ο δρόμος δεν έχει αξία
χωρίς τον ταξιδιώτη.
Μα η Ναυσικά άλλαξε όνομα.
Λιώνει τις γόπες της
με γόβες στιλέτα
κι όταν μας χαμογελά,
κρυώνουμε.
Μερικές φορές
πέφτω,
στα νερά του Ιούδα
και προδίδομαι.
Καταδίδω τον εαυτό μου
για παρατεταμένη μελαγχολία.
Ανεμώνες κι άσπρα κρίνα
βάφουν τις λέξεις μου.
Αλλά ασφαλή διάβαση δεν βρίσκω.
Πού να πάω,
δεν έχω.
Μαζεύω άχαρα τα φθαρμένα μου
όνειρα
χαϊδεύω το σκελετωμένο σκυλί
του Οδυσσέα
και μελετώ…
Πώς ηχούν τα άστρα στο σκοτάδι.
Πώς μυρίζουν τα νεφελώματα.
Πώς λιώνει το φεγγάρι
και γυαλίζουν οι κρατήρες του.
Αν ήταν κάπου να φτάσω,
δεν μπορώ πια να θυμηθώ.
Ένα πίδακα αίμα
μόνο
αναγνωρίζω.
Ανάδρομη κίνηση
ονομάζεται θαρρώ.
Μπλε του κοβαλτίου
Οι φλέβες μου…


26.3.13

Δεν ήρθα μάταια στη ζωή


Βασίλι Καντίνσκι. Κόκκινη κηλίδα II. 1921.

Αν σταματήσω μια Καρδιά που πάει να σπάσει
δεν ήρθα μάταια στη ζωή
Αν απαλύνω κάποιου την Οδύνη
ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

ή βοηθήσω τον μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
να μπει ξανά μες στη Φωλιά
δεν ήρθα μάταια στη ζωή.

Μτφρ.: Λ. Σακελλίου, Α. Γρίβα, Φ. Μαντά

Σημ: Από τη συλλογή «Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά: Ποιήματα και επιστολές». Ο τίτλος τέθηκε αυθαίρετα.

7.3.13

Η δηλητηριώδης


Νικόλ Αϊζένμαν. Ορεσίβιος. 2006.

Ζούμε είπες
δεν ζούμε άκουσα

την αγαπάω είπες
με μισεί άκουσα

θέλω να την προστατέψω απ' όλο αυτό είπες
θέλω να δραπετεύσω απ' τις ανάγκες της άκουσα

είμαι άνθρωπος πολύ οργανωμένος είπες
παραλύω από φόβο άκουσα

Το στίγμα μιας κοινής ζωής
οικείο
τρομακτικό
αν το δει κανείς από ψηλά

η παραίτηση
η αποψίλωση εκείνου που ήταν
έρωτας

έρημος

η συσσώρευση της δυστυχίας ενώ νομίζεις
πως η ζωή σου κυλά σε γνώριμους ρυθμούς
κι όταν ρωτώ Πώς πέρασες το Σαββατοκύριακο
λες Ήρεμα. Τίποτε το αξιοσημείωτο
με τη βαθιά φωνή σου ξάφνου επίπεδη
σαν να την έχει συνθλίψει ένα βουνό

Απόσπασμα