16.5.12

Και στάθηκα μπροστά


Βίνσεντ βαν Γκογκ. Αυτοπροσωπογραφία (λεπτομέρεια). 1887.

Και στάθηκα μπροστά σε δυο μάτια με δίχως ταίρια,
ωραία σαν λωτολούλουδα, μάτια νοσταλγικά,
που μου μηνούσαν την αυγή, μα ωιμένα ήταν αστέρια
που μου είχαν ρίξει λίγο φως κι αυτό διαβατικά.

9.5.12

Καληνύχτα στ' όνειρό μου

Πωλ Σεζάν. Οι λουόμενες. 1890.

Καληνύχτα στ' όνειρό μου 
Καλημέρα στ' όνειρό μου 
Ήρθες στα άσπρα 
και φεύγεις στα μαύρα 
Οι κουρούνες 
μαυρίσαν τον ουρανό. 
Ο ήλιος δεν είχε καμία διάθεση 
να εμφανιστεί. 
Πώς ν' αστράψει ως βασιλιάς; 

Κατέβηκα να κάνω ένα τσιγάρο 
με τον Άδη 
να πιούμε ένα κρασί 
στην υγειά του ήλιου. 
Αρνησικυρία του σκότους. 
Όταν ανέβηκα απάνω 
ήσαν όλα πλυμένα. 
Ο ήλιος έσκαγε χαμόγελα
κι εγώ πήγα να χορέψω ένα rondo 
στον πίνακα του Σεζάν.

26.4.12

Ωμό κρέας

Hardcore Hobbies. Heart tatoos.

Κι αν μπορούσες να δεις την καρδιά μου τώρα
θα την έβρισκες μόνο κάτω από τον τύπο 
της πονεμένης ερώτησης ωμό κρέας.

21.4.12

Liberty


Απόψε μην ξεχάσεις ν΄ απλώσεις το κόκκινο πανί.
Πού ξέρεις; Μπορεί να ξαπλώσει κάποιο αστέρι.
Μπ.

Όρθια, στην αποβάθρα 
σήκωσα το χέρι μου 
γνέφοντας ασυναίσθητα 
στο άπειρο. 

 Μέσα μου νοερά 
αποχαιρετούσα 
 όλα τα ποιήματα 
 που ξέφυγαν από μένα.

19.4.12

Τα πάθη της βροχής


Παιχνίδι της βροχής με το χέρι μου. Commercial Photography. © independentonly

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού ’μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

1.4.12

Mυθικός έρωτας


Ο Αχιλλέας σκοτώνει την Πενθεσίλεια. Αθηναϊκός μελανόμορφος αμφορέας.6ος αι. π.τ.ε. Βρετανικό Μουσείο. Λονδίνο.


Η Πενθεσίλεια είπε:
Μόνον αυτόν που θα με νικήσει
θα ερωτευτώ

Κι ο Αχιλλέας τη σκότωσε
Κι από τότε ο έρωτας έγινε
πεδίο μάχης

Όμως στην αναμέτρηση ομοίων
υπάρχει νικητής;

Ποιος;
Εγώ;
Εσύ;
Εγώ;
Eσύ;

25.3.12

Tabula Rasa


Εμφύλιος πόλεμος. Νίκος Εγγονόπουλος. 1948.

... σε μια χώρα που λασπώθηκε

πού να πατήσεις χωρίς να λερωθείς;
(take me back
to my very first white).

Πού τελειώνει η στάχτη
μητέρα;

Kατά πού να βήξω την καπνιά
που στάθηκε στον ιστό του λάρυγγα;
(take me back
to that very bright before).

19.3.12

«H σφίγγα»


Μανάβικον «Ο Απόλλων». Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας.1938.


Έχουν μπουκάρει εδώ
Πάνω από οκτώ φορές
Εκεί που κοιμάμαι
Αφήνουν τις πατημασιές τους
Όλο λάσπη, λιμασμένοι
Και κακόμοιροι
Τους λυπάμαι
Γιατί κι εγώ δεν έχω να τους δώσω
Τι άλλο από ψωμί και φέτα κι ελιές

Την πρώτη φορά ήταν ένας ξένος
Μισερός και μαύρος
Μισόκλαιγε και κράταγε ένα μαχαίρι
Του 'δωσα και την κουβέρτα μου
Κι άλλα τέτοια

Αυτά, τ' άγρια χαράματα

Τη νύχτα όμως είμαστε εδώ
Ανάκτορο
Ολωνών το δρόμο διασταυρώνουμε
Και βλέπουμε
Πούθε έρχονται, ποιος τους περιμένει
Πόσο χώμα τρύπησε τις σόλες τους
Αν έσκισαν τα λάστιχα, τα πουκάμισα
Ή τα μάτια τους

Δεν ρωτάω πολλά
Καμιά φορά και τίποτα
Όμως πάντα μου αποκρίνονται
Και ξαναφεύγουν

Όπως ο διπλοραμμένος
Με τη βέρα στο δεξί
Και την ξανθιά αγκαζέ
Μάσαγε σαν κυνηγημένος
Κοιτώντας πάνω απ’ τον ώμο

Τους θυμάμαι όλους
Μόλις ξαπλώνω
Πίσω από τον πάγκο
Φέρνω τα μούτρα τους μπροστά
Και τους χορεύω

Το βίντεο δεν το 'χω για τη θύμιση
Ούτε μην μου κλέψουν τις πορτοκαλάδες
Και τα ψιλά
Να τους κουρδίζω θέλω
Να αναρωτιούνται τι κρύβω
Να σπρώχνονται στο παράξενο
Κι εγώ να το γράφω και να το ξαναπαίζω

Και να γελάω μονάχος