11.12.11

Ευθύνη


Ίσως να ευθύνεται η παραζάλη της ψυχής μου,
αλλά η συντομία των ονείρων,
όσο κι αν κούρνιασε,
δεν φυλακίστηκε σε κανένα χάδι,
μόνο σε κάθε αναίμακτο και βιαστικό φιλί
κρέμασε τη γύμνια της
με μιά ηδονή σαρκαστική.

2.12.11

Οι μέρες που ζούμε


Ο έρωτας είναι περίεργο πράγμα
τώρα που η πόλη καίγεται
κι οι νύχτες μοιάζουν με λαμπάδες
αν κάτι με κρατά απ' το να σ' αγαπήσω
είναι που δεν τολμά να βάλει τέλος
ο χειμώνας
από έγνοια μην τερματίσει την ελπίδα
στα χείλη
που 'χουν μείνει δίχως φιλί
κι αυτή η πόλη τρομαγμένη κι ανέραστη
περιμένει στην άκρη μιας άλλης πόλης

εχτές το μετρό
κουβαλούσε εμάς
απεργούς, διαδηλωτές, αργόσχολους κι αυτούς
που έτυχε να είναι εκεί
εγώ ένας από αυτούς
αυτή την ώρα τη μεσημεριανή
που δεν έλεγε η βροχή να κοπάσει
εχτές στο μετρό
πρόσεξα για πρώτη φορά
δίπλα στο διπλό τζάμι
γερμανικής κατασκευής
τον απηνιδωτή
μπορεί και να μου τον έδειξε κάποιος
μια κάποια άλλη φορά
μα χτες το βλέμμα μου σκόνταψε πάνω του
και σκάλωσε

σε περίπτωση ανάγκης σκέφτηκα
τι μάταιο να προβλέπεις
αυτό που ήδη ξέρεις
πονάμε περισσότερο γι' αυτά που θα ζήσουμε
αυτή η ανέραστη πόλη
δεν έχει ανάστημα
μόνο κραδαίνει τις πατερίτσες
πάνω από τα κεφάλια μας
σαν θεός τιμωρός
μην τύχει κι ερωτευτούμε
μην τύχει κι ελπίσουμε σε κάτι

και κάτι μέσα μου
σκιρτά
οι αισιόδοξοι θα πουν
ο πρώτος χτύπος
οι λιγότερο αισιόδοξοι
θα το ονομάσουν αναλαμπή
όπως η φωτιά που ορθώνεται λίγο πριν κάψει
και το τελευταίο οχυρό
μετά θα σβήσει

η στάχτη δεν καίγεται

26.11.11

Αυτή


Μένει σε μια στέρφα γη του Νότου.
Μένει μόνη.
Η άνοιξη ανοίγει σαν λεπίδα εκεί.
Ταξιδεύω όλη μέρα σε τρένα και φέρνω πολλά βιβλία-

μερικά για τη μητέρα μου, μερικά για μένα
ανάμεσά τους και τα Άπαντα της Έμιλυ Μπροντέ.
Αυτή είναι η αγαπημένη μου συγγραφέας.

Και ο βασικός φόβος μου επίσης, που έχω σκοπό ν' αντιμετωπίσω.
Όποτε επισκέπτομαι τη μητέρα μου
είναι λες και γίνομαι η Έμιλυ Μπροντέ,
η μοναχική ζωή μου με περιστοιχίζει σαν στέρφα γη,
το άχαρό μου σώμα να βαρυπατεί στα λασποτόπια με μια αίσθηση μετάπλασης
που σβήνει σαν πλησιάσω την είσοδο της κουζίνας.
Ποιο κρέας είναι, Έμιλυ, που χρειαζόμαστε;


Μτφρ: Ε. Παναγιώτου

7.11.11

Το σπίτι στους 40 δρόμους


Ακόμα
Πόλεις νησιά
Μια χώρα
Τοπωνύμια
Δήμοι φυλές

Ακόμα
Μια μοναδική
Αφηρημένη έννοια
Εντελώς αφηρημένη
Η ελπίδα

Κάτι θα σήμαιναν
Οι οδοδείχτες στη διαδρομή
Οι σύντομοι σταθμοί

Κενοί στο χώρο
Χώροι συνεχόμενοι
Βαγόνια του συρμού

Τα πάντα ρει

Οι ράγες έχουν τιναχτεί,
μπάζα, σώματα
Σηματοδότες σκοτεινοί

2.11.11

Πέθανα για την Ομορφιά



Πέθανα για την Ομορφιά - και πάνω
Που είχα βολευτεί μέσα στον Τάφο
Που πέθανε για την Αλήθεια Κάποιος, έμπαινε
Σε διπλανό Δωμάτιο -
Με ρώτησε ψιθυριστά «Τι έφταιξε»;
«Η Ομορφιά», του απάντησα -
«Σ' εμένα - η Αλήθεια - Όμοια τα Δυό -
Είμαστε, Αδέρφια», είπε -
Κι έτσι, σαν Συγγενείς, μιας Νύχτας -
Τα λέγαμε απ' τα Δώματά μας -
Βρύα ώσπου έφτασαν στα χείλη μας -
Και σκέπασαν - τα ονόματά μας -



Μτφρ.: Ε. Συναδινού

5.10.11

Παράσιτα


Βλέμμα σπατάλησες
κοιτώντας δυο παράθυρα
όπως όπως, όταν, άμα.
Λόγια σκόρπισες
ντύνοντας τις υποσχέσεις
με ανυπαρξία.
Ψέμα έστησες
φτιάχνοντας ζωή
χωρίς κρίκους.
Μα δεν θα πεισθώ ποτέ
για κείνους που παρασιτούν επάνω σου
που σε θέλουν μικρό
στο μεγαλείο της ασημαντότητά τους.
Να μπορούσες να κοιτάξεις
από την κλειδαρότρυπα της ζωής σου
πώς σε βλέπουν.
Τότε, μόνο θα καταλάβεις.
Ποτέ.
Ίσως επειδή πρέπει να σκύψεις.

19.9.11

Μετά


Μετά θα γίνω άμμος.

Κόκαλα άσπρα κελύφη
Δόντια μαργαριτάρια.

Θα βάψει το αίμα μου κοράλλια
Ψάρια τα σπλάχνα μου θα ταΐσουν.

Και τα μαλλιά θα κολυμπούν με φύκια
Και των μαλλιών μου η λάμψη στα ρηχά θα παίζει.

Κι όλο το δέρμα μου άμμος
Ζέστη, απαλή στα πόδια των παιδιών.

Χάδι δροσιάς τη νύχτα στων εραστών τις πλάτες
Υγρή αγκαλιά των κοχυλιών, αστρόσκονη.

Και πρώτη ύλη παλατιών που ο άνεμος γκρεμίζει.

13.9.11

Αθυρόστομος περίπατος


«Η συνουσία στη φύση είναι πέτρα κρεμασμένη από ένα σκάφανδρο που οδηγεί διαρκώς προς το άπειρο», συλλογιζόταν ενώ περπατούσε και το μυαλό του οξυγονώθηκε, έλυνε κόμβους κι έκοβε δεσμούς. Ήταν θαμνό, αλλά ένιωθε δέντρο. Είχε ρίζα, μα δεν έπιανε στα χέρια του κλαδιά. Περπατούσε στο λασπόδασος κι άφηνε τις πατημασιές του να γίνονται γίγαντες. «Διώχθηκα από τη συνουσία», σκεφτόταν. «Ο καβγάς μας γέννησε εσπεριδοειδή». Έπαιρνε δρόμο κι εκείνος τον άφηνε. Θα γύριζε αλλά κλωτσιά στα σκέλη δεύτερη δεν θ' άντεχαν τ' αχλάδια. Έτσι, είπε να πατήσει σιωπηλά στα πατήματα, να βουλιάξει τα γουρούνια του στις λάσπες. Βούλιαζε ξανά και ξανά και κάθε πίδακας ήταν γη κολλημένη στο πέλμα του. Έφτασε πίσω στης συνουσίας το μέρος, εκεί που το ζαχαροκάλαμο καμάκωσε ένα ψάρι. Στο μυαλό του, η Γκρέτελ φούσκωνε το στήθος της με σιλικόνη από γάλα πλαστικό. Ο Μινώταυρος -ο Μίνωας του ταύρου ο γιος- χτενιζόταν στο μπουντουάρ. Έπεφτε βαθιά στη νοσταλγία κατακέφαλα. Πνεύμα δεν υπήρχε κάτω απ' τα πόδια, μόνο που και που κάτι μύγες απήγαγαν το σώμα του, από έρωτα. Εκείνος γαργαλούσε γέλια και έσπερνε πένθος. Σε κείνο το σημείο μέτρησε σαλιγκάρια αντί για πρόβατα. 104 στο μέτρημα - ήρθε η ώρα που τον παίρνει ο ύπνος. Κι έγειρε σ' αυτό το τρίτο πόδι της κεραίας τους. Κάπου εκεί αυτό το ακέφαλο σέλας τον δάγκωσε κι εκείνος από θαμνό έγινε ο φύλακας και το χρυσό κοράκι. Κι όλο αυτό επειδή ήπιε λίγο γάλα και μέθυσε.