8.2.10

Ω!


Γύρισες γρήγορα
και ήθελα να γράψω
στίχους που ξεκινούν
με ένα θριαμβευτικό
ωμέγα.
Θα έχεις προσέξει
την ομοιότητά τους
με ρούχα που φωνάζουν
μπαούλο.

Έφερες χαρά
σε βαλίτσα γεμάτη
φερμουάρ
έτοιμα να ξετυλιχθούν
στον πρώτο αναστεναγμό.
Θα έχεις διαπιστώσει,
την ασημαντότητά της
όταν στερείται
ανοιγμάτων.

Στάσου έτσι
να σε χαρώ.
Ξέρεις πώς.

7.2.10

Στην αχρηστία


Δεν έχουν νόημα πια στα
κενά μου τα πλαίσια.
Σαν το δυικό αριθμό
κι αυτή η διάλεκτος
στην αχρηστία περνάει.

6.2.10

Για δύο


Ανέβαινε τις σκάλες γρήγορα.
Τα σκαλοπάτια κυμάτιζαν
σαν τα πλήκτρα του Μάνου
σε νεοϋρκέζικες αντανακλάσεις.
Η πόρτα παραδομένη στη διάρρηξη
στεκόταν με τα κλειδιά
στο μεγάλο στόμα της
έτοιμη να σφραγίσει τον δικό της κόσμο.
Τα ρούχα στον καλόγερο, τα παπούτσια
στο ντουλάπι, η τσάντα στη γωνιά του γραφείου.
Όλα εκεί που κάθε μέρα παραφυλάνε
για την επόμενη έξοδο στον κόσμο των άλλων.
Κάποιος, πρόσφατα, της είπε πως μόνο οι χήρες
τρώνε μόνες τους, κι από ΄κείνη τη μέρα
στρώνει το τραπέζι για δύο.
Δύο ποτήρια, δύο πιάτα, δυο πιρούνια,
όλα δύο. Σαν τα χέρια της, τα πόδια της,
τα μάτια της, τ΄ αυτιά της.
Άγρυπνα όργανα ν΄ αρπάξουν την παραμικρή
υποψία του δεύτερου,
καλοδεχούμενου όπως –όπως.
Του ενός μοναδικού δεύτερου
μα πρώτου στη ζωή της.

5.2.10

Θέατρο



Δεν ζω στη φύση
Γι΄ αυτό γνωρίζω τη σιωπή των ουρανών
Που καταλήγει στη μύτη της πένας
Ενός καταπονημένου ποιητή
Που η καρδιά του χτύπησε για πρώτη φορά
Σε προχωρημένη ηλικία.
Ξαφνιάστηκε τότε πολύ
Γιατί οι στίχοι του
Έγιναν μεμιάς ειλικρινείς
Σα το μονόλογο της Ιουλιέττας.
(Ο ποιητής χρόνια τώρα έψαχνε το φύλο του.
Ένας του φίλος είχε πει: «Όλοι οι ποιητές είναι γυναίκες»
Όμως τι γίνεται με την αληθινή Ιουλιέττα,
Εκείνη την άλλη, την τρελή Οφηλία,
Τη σκιερή Τιτάνια,
Την Πόρτσια την πολύτροπη.
Την παραλογισμένη Λαίδη Μάκβεθ;
Ποιος ράφτης ράβει τα κοστούμια της,
Τώρα που τα μαλλιά της άσπρισαν,
Από τις έγνοιες μιας ακατάληπτης ζωής.
Χωρίς των στίχων την προσωρινή παρηγορία;
Τώρα που αυτή ηθοποιός ώριμα πια,
Τις κολακείες απορρίπτεο
Του συνένοχου στη δυστυχία της κοινού,
Και μια βαθιά ρυτίδα χαραγμένη
Ανάμεσα στα φρύδια της,
Ψάχνει τη νιότη την οριστική,
Την πλέον τετελειωμένη,
Αυτήν που παραλείπει τον υπομνηματισμό της Αληθείας
Και ανεβαίνει στη σκηνή Γυμνή,
Χωρίς το τρακ του καλλιτέχνη,
Να πει αυτό που το κοινό
Μέσα στην οκνηρία του χειροκροτήματος ίσως παρεξηγήσει,
Καθότι απροκαλύπτως αληθές;
Ladies an Gentlemen! Εγώ δεν παίζω: Ξέρω.

4.2.10

Χαρταετός


Μασκαρεμένη περισσότερο από άνδρα ηθοποιό
την Αντιγόνη σαν έπαιζε σε αρχαίες αγορές,
ήταν η σκέψη μου απόψε.
Άδικα την κατηγόρησα και βιάστηκα να τη ξεβάψω,
την ώρα που σου κράταγα το χέρι γλιστρώντας
στα λιθόστρωτα μιας άλλης αγοράς.

Δεν έχει νόημα να προσυμφωνήσω το μέλλον
μονάχα να συμμαχήσω με το παρόν.
Την άλλη φορά όμως που θα βάλει
ή επιθυμία τ΄ αποκριάτικα,
θα την ακουμπήσω σε έναν μεγάλο
χαρταετό να ταξιδέψει κοντά σου.

3.2.10

Ένας μικρός πολεμιστής


Μόλις σκοντάψει ένα παιδί
στη σκάλα των αγγέλων
και δει από κάτω
στα χίλια χρόνια μια φορά
το παραμύθι
ξεφεύγει από το μύθο του.

Τα χερουβείμ τότε στα γρήγορα
γυμνώνουν την αλήθεια
με το ραβδί του χάους
χτυπούν τον αθωράκιστο
μετανιωμένο μάγο
κι όλα ξεγίνονται, ξεχύνονται
απ’ του παραμυθιού τα σπλάχνα
οι λεπτομέρειες περίοπτες.

Οι προβολείς ξανά
στης Μαίριλιν τα στήθη
διάφανη η θλίψη η αγάπη διάφανη
φωτίζουν μιαν αιμάτινη καρδιά
και τριάντα αντάρτικα φιλιά
στο στόμα της Χιονάτης
πριν το φαρμακωμένο μήλο
βάφουν τριαντάφυλλο άλικο
στον κρόταφο του ποιητή
όλα μαζί πώς στροβιλίζονται
περίστροφο βαλσάκι
ενός αυλού που σέρνει στον γκρεμό
ποντίκια και παιδιά.

Ποιοι χάνονται
ποιοι κρύβονται στο κόκκινο σκουφάκι
του τρομαγμένου λύκου
ποιοι πιάνονται ανύποπτοι
στου πειρατή το γάντζο
ποιους η μικρή νεράιδα ξεγελάει
με ψέματα γοργόφτερα
στη μύτη του Πινόκιο
ποιοι λιώσαν σα μολύβι με τη χρυσή καρδιά
του ευτυχισμένου πρίγκηπα
και το νεκρό του φίλο χελιδόνι.

Τ’ αριστερό γοβάκι της όμορφης
στη λάσπη πατημένο
κι η παγερή χλαμύδα της Μέδουσας
αφόρετη σαπίζει στον πάτο του βυθού
κι ο θάνατος που πέτρωσε
στη φτέρνα του Αχιλλέα.

Αφύλακτα τα μάτια του παιδιού
με ηδονή βυθίζονται στο Νικημένο
ως να κερδίσει το δικό του πόλεμο
ενάντια στο παραμύθι
την πρώτη ασήμαντη
δική του πύρρεια νίκη
Μεγαλώνοντας.

2.2.10

Εκδρομή



-Τώρα στη Γη
ήρθε άλλος μήνας.
Ο Φεβρουάριος.

Το Φλεβάρη
καρναβάλι
κι αετοί
μικροί μεγάλοι!

Τώρα,
φεγγαράκι μου,
τα παιδιά
στη Γη,
γλεντάνε
την Αποκρηά!
Πρέπει να βρεις
ρούχα να ντυθείς
κι εσύ μασκαράς!

-Αχ τι μπελάς!
φώναξε το φεγγάρι
κι έτρεξε στον κήπο
του Ουράνιου Τόξου
να μαζέψει χρώματα.
Ντύθηκε μασκαράς κι
έγινε αγνώριστο.
Κι ετοιμάστηκε
να κατέβει στη Γη.

-Στάσου! Του φώναξε
Ο πύραυλος. Που πας έτσι;
Θα γελάσει μαζί σου και το
παρδαλό κατσίκι!
-Πολύ ωραία τότε! Είπε
το φεγγάρι.
-Όχι καθόλου! Γιατί, όσο να
φτιάξεις εσύ τη στολή σου,
έφυγε ο Φλεβάρης!
Τέλειωσε το καρναβάλι,
φεγγαράκι μου!
-Και ξανάρθε ο Γενάρης;
-Όχι φυσικά! Ήρθε άλλος
μήνας. Ο Μάρτης!

1.2.10

Ευχαριστώ


Τώρα μπορώ να γυρίσω πλευρό.
Φωνή που σηκώθηκε ξανά
αντήχησε σαν σάλπιγγα στο εγερτήριο.
Ήσουν αλλού και μου φάνηκαν σαν
αναποδογυρισμένες χελώνες, οι μέρες.
Δεν μαντεύω. Ξέρω τώρα.